Maurice El Médioni at "Des mots Mots de Minuit"
Maurice El Medioni et Lili Boniche
Ψάχνοντας να μεταφράσω μερικά βιογραφικά στοιχεία του Maurice El Medioni, έπεσα πάνω σε μια εξαιρετική παρουσίαση του Λεωνίδα Αντωνόπουλου. Ότι καλύτερο μπορούσα να αναζητήσω και μάλιστα στα ελληνικά! Να 'ναι καλά!
MAURICE EL MEDIONI
«Ήσουν εκεί όταν γεννήθηκα, τα παιδικά μου χρόνια τα έζησα στην Ντέρμπα…
Οράν, Οράν, ποτέ μου δε θα σε ξεχάσω, πάντα σε σκέφτομαι…
Οράν, Οράν, πάντα θα σε τιμούμε και θα σ’ αγαπάμε!»
Maurice El MédioniΟ εβραίος πιανίστας και τραγουδιστής Maurice El Médioni γράφει και τραγουδάει ακόμη για το Οράν, το μεγάλο λιμάνι της Αλγερίας όπου μεγάλωσε, μόνο που το Οράν δεν είναι πια το ίδιο. Το τραγούδι του μιλά για μια πραγματικότητα που υπάρχει πλέον ως ανάμνηση. Το δικό του Οράν, όπως και η Αλγερία που εγκατέλειψε, ήταν ένας τόπος όπου Άραβες και Εβραίοι ζούσαν μαζί, αρμονικά, έπαιζαν και τραγουδούσαν στα καφέ της Ντέρμπα, της εβραϊκής συνοικίας του λιμανιού. Και δεν μισούσαν πάντοτε ο ένας τον άλλο.
Πριν έρθει το μίσος, όχι και τόσο παλιά, υπήρχε η φιλία, η συνύπαρξη, η συνεργασία, η κοινή προσπάθεια για μια καλύτερη ζωή. Οι Εβραίοι ζούσαν στη Βόρεια Αφρική από τον 9ο αιώνα π.Χ. και η μουσική ήταν μια κοινή γλώσσα, ένα κοινό μυστικό που ένωνε Άραβες, Εβραίους και, στην Αλγερία όπως και στο Μαρόκο, αφρικανούς Βερβέρους. Η συνοικία Ντέρμπα έμοιαζε συναρπαστικό μέρος για ένα παιδί στη δεκαετία του ’30. Οι λιγοστοί πλούσιοι Εβραίοι είχαν φύγει για την Ευρώπη, ανύποπτοι για όσα θα συνέβαιναν σε λίγο εκεί, αλλά οι πιο φτωχοί ζούσαν ακόμη στην Ντέρμπα, επίσης ανύποπτοι για τον φυλετικό και θρησκευτικό φανατισμό που θα ξεσπούσε μετά τον πόλεμο.
Η μουσική ήταν στην οικογένεια του El Médioni. Ο πατέρας του δούλευε σε ένα ξενοδοχείο και μαζί με τον θείο του, διάσημο μουσικό, είχαν ανοίξει ένα καφέ με ζωντανή μουσική στην καρδιά της Ντέρμπα, το οποίο συγκέντρωνε πολλά σπουδαία ονόματα Αράβων και Εβραίων. Δηλαδή σχεδόν όλα, αφού η εβραϊκή συνοικία ήταν το μόνο μέρος στο λιμάνι που επιτρεπόταν το αλκοόλ, σε αντίθεση με το υπόλοιπο μουσουλμανικό Οράν. Το αλκοόλ πήγαινε με τη μουσική και όλα μαζί με τις γυναίκες. Το χαρμάνι αυτό ήταν ο πόλος έλξης για τους ναυτικούς και τους εμπόρους που έφταναν στο λιμάνι από όλα τα μέρη του κόσμου. Ο El Médioni δε σπούδασε ποτέ μουσική αλλά μια μέρα του 1937, όταν ήταν 9 ετών και γύρισε σπίτι από το σχολείο βρήκε ένα όργανο που θύμιζε πιάνο αλλά ο ήχος του έμοιαζε πιο πολύ με τενεκέ. Το είχε βρει ο αδερφός του στο παζάρι των μεταχειρισμένων. Οκτώ μέρες αργότερα ο μικρός Maurice έπαιζε και με τα δύο χέρια επιτυχίες του Charles Trenet και του Tino Rossi!
Η απόβαση των Αμερικανών στη Β.Αφρική, το 1942, ήταν η αρχή της καριέρας του El Médioni. Οι στρατιώτες και οι ναύτες που τριγυρνούσαν στο λιμάνι του Οράν έγιναν οι καλύτεροι πελάτες του. Το δεκατετράχρονο εβραιόπουλο τους προμήθευε αλκοόλ, ρολόγια, στιλό. Σύχναζε στα μέρη που σύχναζαν κι αυτοί κι έμαθε να παίζει τα τραγούδια που ζητούσαν. Μα πιο πολύ ενθουσιάστηκε με το boogie woogie στιλ που ήταν της μόδας τότε. Από αραβική μουσική δεν ήξερε να παίζει ούτε μία νότα. Όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του προτιμούσε τις ξένες επιτυχίες της εποχής και μόνο μετά τον πόλεμο ανακάλυψε τη μουσική της πατρίδας του. Με την παρέα του πήγαινε συχνά σε ένα καφέ και κάθε τόσο καθόταν στο παλιό πιάνο και έπαιζε τα καινούργια τραγούδια που μάθαινε. Το παρατσούκλι που του κόλλησαν ήταν, φυσικά, «Boogie». Ο ιδιοκτήτης του καφέ άρχισε να τον πληρώνει για να παίζει εκεί και ο νεαρός Μορίς εμπλούτιζε το στιλ του και το ρεπερτόριό του με λάτιν επιτυχίες, με μάμπο και τσα τσα τσα, από την Κούβα που έκαναν επίσης θραύση στις τάξεις των αμερικανών αλλά και στους αφρικανικής καταγωγής ντόπιους, όπως επίσης και με αραβικές ποπ επιτυχίες, δηλαδή μουσική «raï» που τότε θεωρούνταν ακόμη παρακατιανή, χυδαία, λαϊκή μουσική.
Αυτό το υπέροχο χαρμάνι, μελωδικό και ρυθμικό, μελαγχολικό και ζωηρό, οριεντάλ και λάτιν, τζαζ και αιγυπτιακής ποπ, έγινε ο ήχος του Οράν αλλά και της νυχτερινής ζωής στην Αλγερία τα χρόνια του πολέμου. Δημοφιλές αρκετά ώστε να τον καλούν για εμφανίσεις στην τηλεόραση, στην Όπερα του Οράν όπως επίσης και στην Όπερα του Αλγερίου, της πρωτεύουσας, εκεί που ανέτειλε το αστέρι του ομολόγου του Lili Boniche, τραγουδιστή και κιθαρίστα, εβραίου από το Αλγέρι, ο οποίος διέθετε και εντυπωσιακή, αρρενωπή εμφάνιση. Παρόλο που ο Boniche υπήρξε μαθητής του θείου του El Médioni, οι δυο τους συνεργάστηκαν αργότερα, όταν βρέθηκαν πια στη Γαλλία. Στο μεταξύ, στο Οράν, «το αριστερό μου χέρι κρατούσε τους ρυθμούς της τζαζ, της ρούμπα και του boogie, ενώ το δεξί έβγαζε όλη την ομορφιά της αραβικής μουσικής και της ποπ», θυμάται ο El Médioni. Όταν έφυγαν οι αμερικανοί έφτιαξε ένα συγκρότημα που έπαιζε ράι αλλά όχι το παραδοσιακό, της επαρχίας. Ήταν ένα ράι μοντέρνο, αστικό, γεμάτο από ρυθμικά στοιχεία δανεισμένα από τη ρούμπα και το boogie-woogie».
Το λιμάνι χόρευε στο δικό του στιλ και ο El Médioni με το μοντέρνο, περιποιημένο μουστακάκι του έβγαζε στο πιάνο, άθελά του ίσως, το σύγχρονο απόσταγμα επτά αιώνων αραβικής παρουσίας στην Ανδαλουσία και ύστερα το ταξίδι της επιστροφής Αράβων και Εβραίων στη Βόρεια Αφρική και της μόνιμης εγκατάστασής τους εκεί. Κι ένα πρωί, 22 Ιουνόυ 1961, το όνειρο έσβησε μαζί με τη μουσική. Ο σπουδαίος τραγουδιστής και ουτίστας Ρεϊμόντ Λεϋρίς ή Cheik Raymond, όπως προσφωνούν τους τραγουδιστές στην Αλγερία, επίσης Εβραίος, έπεσε νεκρός από τις σφαίρες ενός Άραβα. Η ένταση ανάμεσα στις δύο κοινότητες είχε ξεκινήσει το 1948, με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ και τις συγκρούσεις με τους Παλαιστίνιους. Μεσολάβησε και ο πόλεμος της Ανεξαρτησίας της Αλγερίας από τους Γάλλους το 1954 και σιγά σιγά και οδυνηρά ο εθνικισμός, ο φονταμενταλισμός και ο ρατσισμός επικράτησαν και εξαπλώθηκαν. Οι αλγερινοί Εβραίοι είχαν να διαλέξουν ανάμεσα στους αυταρχικούς Γάλλους στρατιωτικούς και τους φανατισμένους Άραβες εθνικιστές. Μάζεψαν λοιπόν 2000 χρόνια ιστορίας και μπήκαν στα καράβια για την εξορία. «Όταν έπρεπε να εγκαταλείψω την Αλγερία», θυμάται ο El Médioni, «ο πόνος που ένιωθα μου προκάλεσε έλκος στομάχου και όταν άρχισα να ξαναφτιάχνω τη ζωή μου στο Παρίσι ένιωθα σαν ένα δέντρο που το ξερίζωσαν από το χώμα και το ξαναφύτεψαν σε τσιμέντο».
Η εβραϊκή μουσική της Β.Αφρικής δεν έσβησε στην εξορία. Το «δέντρο» άνθισε και επί δύο δεκαετίες, του ’60 και του ’70, καλλιτέχνες όπως ο Lili Boniche, ο Enrico Macias και φυσικά ο El Médioni έγιναν τα αστέρια της μόδας των «cabaret oriental» που συνέχιζε να κρατά ενωμένη την εβραϊκή και βορειοαφρικανική διασπορά. Κι αμέσως μετά το ρεύμα της world music στην Ευρώπη έδωσε ξανά το φιλί της ζωής σ’ αυτήν την τόσο πλούσια, πολυπολιτισμική, νοσταλγική μουσική που υπενθυμίζει ότι κάποτε, όχι και τόσο παλιά, σε ένα τόπο, όχι και τόσο μακρινό, Άραβες και Εβραίοι ζούσαν μαζί, συγχρωτίζονταν μαζί, ήταν φίλοι μεταξύ τους και παρέα έφτιαχναν υπέροχη μουσική.
Λεωνίδας Αντωνόπουλος
Οράν, Οράν, ποτέ μου δε θα σε ξεχάσω, πάντα σε σκέφτομαι…
Οράν, Οράν, πάντα θα σε τιμούμε και θα σ’ αγαπάμε!»
Maurice El MédioniΟ εβραίος πιανίστας και τραγουδιστής Maurice El Médioni γράφει και τραγουδάει ακόμη για το Οράν, το μεγάλο λιμάνι της Αλγερίας όπου μεγάλωσε, μόνο που το Οράν δεν είναι πια το ίδιο. Το τραγούδι του μιλά για μια πραγματικότητα που υπάρχει πλέον ως ανάμνηση. Το δικό του Οράν, όπως και η Αλγερία που εγκατέλειψε, ήταν ένας τόπος όπου Άραβες και Εβραίοι ζούσαν μαζί, αρμονικά, έπαιζαν και τραγουδούσαν στα καφέ της Ντέρμπα, της εβραϊκής συνοικίας του λιμανιού. Και δεν μισούσαν πάντοτε ο ένας τον άλλο.
Πριν έρθει το μίσος, όχι και τόσο παλιά, υπήρχε η φιλία, η συνύπαρξη, η συνεργασία, η κοινή προσπάθεια για μια καλύτερη ζωή. Οι Εβραίοι ζούσαν στη Βόρεια Αφρική από τον 9ο αιώνα π.Χ. και η μουσική ήταν μια κοινή γλώσσα, ένα κοινό μυστικό που ένωνε Άραβες, Εβραίους και, στην Αλγερία όπως και στο Μαρόκο, αφρικανούς Βερβέρους. Η συνοικία Ντέρμπα έμοιαζε συναρπαστικό μέρος για ένα παιδί στη δεκαετία του ’30. Οι λιγοστοί πλούσιοι Εβραίοι είχαν φύγει για την Ευρώπη, ανύποπτοι για όσα θα συνέβαιναν σε λίγο εκεί, αλλά οι πιο φτωχοί ζούσαν ακόμη στην Ντέρμπα, επίσης ανύποπτοι για τον φυλετικό και θρησκευτικό φανατισμό που θα ξεσπούσε μετά τον πόλεμο.
Η μουσική ήταν στην οικογένεια του El Médioni. Ο πατέρας του δούλευε σε ένα ξενοδοχείο και μαζί με τον θείο του, διάσημο μουσικό, είχαν ανοίξει ένα καφέ με ζωντανή μουσική στην καρδιά της Ντέρμπα, το οποίο συγκέντρωνε πολλά σπουδαία ονόματα Αράβων και Εβραίων. Δηλαδή σχεδόν όλα, αφού η εβραϊκή συνοικία ήταν το μόνο μέρος στο λιμάνι που επιτρεπόταν το αλκοόλ, σε αντίθεση με το υπόλοιπο μουσουλμανικό Οράν. Το αλκοόλ πήγαινε με τη μουσική και όλα μαζί με τις γυναίκες. Το χαρμάνι αυτό ήταν ο πόλος έλξης για τους ναυτικούς και τους εμπόρους που έφταναν στο λιμάνι από όλα τα μέρη του κόσμου. Ο El Médioni δε σπούδασε ποτέ μουσική αλλά μια μέρα του 1937, όταν ήταν 9 ετών και γύρισε σπίτι από το σχολείο βρήκε ένα όργανο που θύμιζε πιάνο αλλά ο ήχος του έμοιαζε πιο πολύ με τενεκέ. Το είχε βρει ο αδερφός του στο παζάρι των μεταχειρισμένων. Οκτώ μέρες αργότερα ο μικρός Maurice έπαιζε και με τα δύο χέρια επιτυχίες του Charles Trenet και του Tino Rossi!
Η απόβαση των Αμερικανών στη Β.Αφρική, το 1942, ήταν η αρχή της καριέρας του El Médioni. Οι στρατιώτες και οι ναύτες που τριγυρνούσαν στο λιμάνι του Οράν έγιναν οι καλύτεροι πελάτες του. Το δεκατετράχρονο εβραιόπουλο τους προμήθευε αλκοόλ, ρολόγια, στιλό. Σύχναζε στα μέρη που σύχναζαν κι αυτοί κι έμαθε να παίζει τα τραγούδια που ζητούσαν. Μα πιο πολύ ενθουσιάστηκε με το boogie woogie στιλ που ήταν της μόδας τότε. Από αραβική μουσική δεν ήξερε να παίζει ούτε μία νότα. Όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του προτιμούσε τις ξένες επιτυχίες της εποχής και μόνο μετά τον πόλεμο ανακάλυψε τη μουσική της πατρίδας του. Με την παρέα του πήγαινε συχνά σε ένα καφέ και κάθε τόσο καθόταν στο παλιό πιάνο και έπαιζε τα καινούργια τραγούδια που μάθαινε. Το παρατσούκλι που του κόλλησαν ήταν, φυσικά, «Boogie». Ο ιδιοκτήτης του καφέ άρχισε να τον πληρώνει για να παίζει εκεί και ο νεαρός Μορίς εμπλούτιζε το στιλ του και το ρεπερτόριό του με λάτιν επιτυχίες, με μάμπο και τσα τσα τσα, από την Κούβα που έκαναν επίσης θραύση στις τάξεις των αμερικανών αλλά και στους αφρικανικής καταγωγής ντόπιους, όπως επίσης και με αραβικές ποπ επιτυχίες, δηλαδή μουσική «raï» που τότε θεωρούνταν ακόμη παρακατιανή, χυδαία, λαϊκή μουσική.
Αυτό το υπέροχο χαρμάνι, μελωδικό και ρυθμικό, μελαγχολικό και ζωηρό, οριεντάλ και λάτιν, τζαζ και αιγυπτιακής ποπ, έγινε ο ήχος του Οράν αλλά και της νυχτερινής ζωής στην Αλγερία τα χρόνια του πολέμου. Δημοφιλές αρκετά ώστε να τον καλούν για εμφανίσεις στην τηλεόραση, στην Όπερα του Οράν όπως επίσης και στην Όπερα του Αλγερίου, της πρωτεύουσας, εκεί που ανέτειλε το αστέρι του ομολόγου του Lili Boniche, τραγουδιστή και κιθαρίστα, εβραίου από το Αλγέρι, ο οποίος διέθετε και εντυπωσιακή, αρρενωπή εμφάνιση. Παρόλο που ο Boniche υπήρξε μαθητής του θείου του El Médioni, οι δυο τους συνεργάστηκαν αργότερα, όταν βρέθηκαν πια στη Γαλλία. Στο μεταξύ, στο Οράν, «το αριστερό μου χέρι κρατούσε τους ρυθμούς της τζαζ, της ρούμπα και του boogie, ενώ το δεξί έβγαζε όλη την ομορφιά της αραβικής μουσικής και της ποπ», θυμάται ο El Médioni. Όταν έφυγαν οι αμερικανοί έφτιαξε ένα συγκρότημα που έπαιζε ράι αλλά όχι το παραδοσιακό, της επαρχίας. Ήταν ένα ράι μοντέρνο, αστικό, γεμάτο από ρυθμικά στοιχεία δανεισμένα από τη ρούμπα και το boogie-woogie».
Το λιμάνι χόρευε στο δικό του στιλ και ο El Médioni με το μοντέρνο, περιποιημένο μουστακάκι του έβγαζε στο πιάνο, άθελά του ίσως, το σύγχρονο απόσταγμα επτά αιώνων αραβικής παρουσίας στην Ανδαλουσία και ύστερα το ταξίδι της επιστροφής Αράβων και Εβραίων στη Βόρεια Αφρική και της μόνιμης εγκατάστασής τους εκεί. Κι ένα πρωί, 22 Ιουνόυ 1961, το όνειρο έσβησε μαζί με τη μουσική. Ο σπουδαίος τραγουδιστής και ουτίστας Ρεϊμόντ Λεϋρίς ή Cheik Raymond, όπως προσφωνούν τους τραγουδιστές στην Αλγερία, επίσης Εβραίος, έπεσε νεκρός από τις σφαίρες ενός Άραβα. Η ένταση ανάμεσα στις δύο κοινότητες είχε ξεκινήσει το 1948, με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ και τις συγκρούσεις με τους Παλαιστίνιους. Μεσολάβησε και ο πόλεμος της Ανεξαρτησίας της Αλγερίας από τους Γάλλους το 1954 και σιγά σιγά και οδυνηρά ο εθνικισμός, ο φονταμενταλισμός και ο ρατσισμός επικράτησαν και εξαπλώθηκαν. Οι αλγερινοί Εβραίοι είχαν να διαλέξουν ανάμεσα στους αυταρχικούς Γάλλους στρατιωτικούς και τους φανατισμένους Άραβες εθνικιστές. Μάζεψαν λοιπόν 2000 χρόνια ιστορίας και μπήκαν στα καράβια για την εξορία. «Όταν έπρεπε να εγκαταλείψω την Αλγερία», θυμάται ο El Médioni, «ο πόνος που ένιωθα μου προκάλεσε έλκος στομάχου και όταν άρχισα να ξαναφτιάχνω τη ζωή μου στο Παρίσι ένιωθα σαν ένα δέντρο που το ξερίζωσαν από το χώμα και το ξαναφύτεψαν σε τσιμέντο».
Η εβραϊκή μουσική της Β.Αφρικής δεν έσβησε στην εξορία. Το «δέντρο» άνθισε και επί δύο δεκαετίες, του ’60 και του ’70, καλλιτέχνες όπως ο Lili Boniche, ο Enrico Macias και φυσικά ο El Médioni έγιναν τα αστέρια της μόδας των «cabaret oriental» που συνέχιζε να κρατά ενωμένη την εβραϊκή και βορειοαφρικανική διασπορά. Κι αμέσως μετά το ρεύμα της world music στην Ευρώπη έδωσε ξανά το φιλί της ζωής σ’ αυτήν την τόσο πλούσια, πολυπολιτισμική, νοσταλγική μουσική που υπενθυμίζει ότι κάποτε, όχι και τόσο παλιά, σε ένα τόπο, όχι και τόσο μακρινό, Άραβες και Εβραίοι ζούσαν μαζί, συγχρωτίζονταν μαζί, ήταν φίλοι μεταξύ τους και παρέα έφτιαχναν υπέροχη μουσική.
Λεωνίδας Αντωνόπουλος
Read more!

