Αθήνα,
Κυριακή πρωί 29 Σεπτεμβρίου 1940
Μόλις τώρα πήρα το πρωινό μου και διάβασα τα γράμματά σου. Ανάσανα που ξέρω πως έρχεσαι την Παρασκευή. Δεν ξέρεις πως σε περιμένω. Γιατί αυτές τις τελευταίες μέρες σ' έχω φριχτά επιθυμήσει. Τι τα θέλεις, σε στερήθηκα όλο το καλοκαίρι και γιατί ήσουν μακριά και γιατί, ίσως μ' όλες αυτές τις ανόητες ιστορίες, και όταν ήσουν ακόμη κοντά μου, δεν σε είχα όπως θα το ήθελα- Όλο μου το σώμα πονεί από επιθυμία. Σκέφτομαι πως μπορεί να σε κρατήσω γυμνή απάνω μου και όλα τα άλλα χάνουνται, όπου και να βρίσκομαι, ό, τι και να κάνω. Είναι αστείο κάποτε να βλέπω τον εαυτό μου σαν ένα υπνοβάτη ή σαν ένα τυφλό που σε ψάχνει με τις παλάμες απλωμένες και με τα μάτια κλειστά. Είμαι ελεεινά καυλωμένος, χρυσό, και δε σκέπτομαι τίποτε άλλο παρά πως να σε γαμήσω ατέλειωτα μια ολόκληρη νύχτα. Και δεν μπορώ να σου γράψω αλλιώς.
ΓΙΩΡΓΟΣ
Υ.Γ. Γράψε μου δυό λόγια, μόλις λάβεις το γράμμα. Και μην ξεχνάς να γράφεις σωστά τη διεύθυνσή μου
Η ΜΑΡΩ ΣΤΟ ΣΕΦΕΡΗ
Τράπεζα,
Τρίτη 1 Οκτωβρίου 1940.
Τούτο να 'ναι το τελευταίο γράμμα. Ποιός αγέρας τράνταξε το κορμί σου; Δόξα το Θεό! Και βέβαια να μην γράψεις αλλιώς. Τη διεύθυνση την έγραψα λάθος; Ξέρεις, κατάλαβες ότι πήγα να χάσω τα λόγια μου τούτο τον τελευταίο καιρό; Ας αφήσω τις τραγικούρες, δεν σου πάνε. Το ξέρεις ότι, παρ' όλα αυτά, είσαι ένας ελεεινός χαριτωμένος άνθρωπος και πως πρέπει ακόμη να σε προσέξω πάρα πολύ για να σε μάθω; Έρχομαι...Φθάνω.
ΜΑΡΩ
Σεφέρης και Μαρώ
Αλληλογραφία Α 1936-1940
Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου 1989
Χαρισμένα...
Read more!

