Για να μην υποβαθμίσω το ποίημα-αριστούργημα, που λέγεται ότι την ιδέα του, «έκλεψε» ακόμα κι αυτός ο Απολλιναίρ, με την απίστευτα ενδιαφέρουσα βιογραφία του ποιητή, ίσως του πιο γοητευτικού άντρα και του πιο μποέμ του αιώνα που πέρασε, άντρας-αλάνι, αλλά το διαμάντι, όχι το ζιργκόν! Κι επειδή έχω και καταπληκτικές φωτογραφίες του, αλλά και άλλα ενδιαφέροντα από την Πρόζα του Υπερσιβηρικού του και της Ιωάννας της Γαλλίας, σε μετάφραση Κλείτου Κύρου, μέχρι την καταυγαστική ποίηση του πολύπλαγκτου Σαντράρ, όπως έγραψε πολύ εύστοχα ο Καραβασίλης στην Αυγή, το έκανα ξεχωριστό ποστ στην
Υπεράσπιση της Ποίησης. Για την ώρα, ας απολαύσουμε το Πάσχα στη Νέα Υόρκη κι ας αναλογιστούμε μέρες που είναι, βοήθειά μας, τί άλλαξε από τότε που σταυρώθηκε ο Χριστός, γιατί τελικά θυσιάστηκε; Ή τί άλλαξε από τότε που έγραψε το ποίημά του ο Σαντράρ; Είναι ακριβώς αυτό που έλεγε ο Μαρξ στο Σόχο, δια στόματος Χάουαρντ Ζιν: Οι ίδιοι άστεγοι, ίσως πολλοί περισσότεροι, η ίδια απόγνωση, η ίδια φτώχεια, η ίδια παράνοια στις γειτονιές του κόσμου... Καλό Πάσχα!
Ο Blaise Cendrars, όπως τον ζωγράφισε ο Amedeo Modigliani(άλλος καταπληκτικός αυτός!), το 1917
ΠΑΣΧΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ
Κύριε, Εσύ θυσιάστηκες για τους φτωχούς του κόσμου·
Να' τοι, σα ζώα, όλοι μαζί, μες στα φτωχοκομεία.
Έρχονται απ' τον ορίζοντα μαύρα μεγάλα πλοία
Και τους αδειάζουν σωρηδόν σε γέφυρες πλωτές.
Έλληνες, Ιταλοί, Σπανιόλοι, Ρώσοι,
Και Βούλγαροι και Πέρσες και Μογγόλοι·
Ζώα του τσίρκου που σαλτάρουν τους μεσημβρινούς
Και που τους ρίχνουν, σα σε σκύλους, ένα κομμάτι μαύρο κρέας.
Αυτό το βρώμικο φαΐ είν' όλη η ευτυχία τους.
Κύριε, λυπήσου τους λαούς του κόσμου που υποφέρουν.
[…]
Στη συνοικία βρίσκομαι όπου θα δεις τους κλέφτες,
Τους άφραγκους, τ' αλάνια, τους κλεπταποδόχους.
Σκέφτομαι τώρα στο Σταυρό τους δυο ληστές μαζί Σου·
Ξέρω, στη δυστυχία τους θα τους χαμογελάσεις.
Κύριε, ο ένας τους ήθελε ένα σκοινί με κόμπο,
Αλλά κοστίζει το σκοινί, δεν το χαρίζουν, Κύριε.
Μιλούσε σαν φιλόσοφος ο γερο-κατεργάρης. Κι εγώ με λίγο όπιο
Πιο γρήγορα τον έστειλα στην πύλη του Παράδεισου.
Σκέφτομαι ακόμη αυτούς τους μουσικούς των δρόμων,
Τον τυφλό βιολιστή, τον κουλό με τη λατέρνα,
Την τραγουδίστρια με το ψάθινο καπέλο και τα ψεύτικα, χάρτινα
ρόδα·
Το ξέρω, αυτοί μας τραγουδούν στους αιώνες των αιώνων.
Κύριε, ελέησέ τους, κι όχι αν θες με του γκαζιού το στόμιο.
Χρήματα, δώσ' τους χρήματα, σ' αυτόν εδώ τον κόσμο.
Blaise Cendrars, Πάσχα στη Νέα Υόρκη (αποσπάσματα)
Μπλαιζ Σαντράρ / Πάσχα στη Νέα Υόρκη / Les Paques à New York.
Μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης,
τρίτη έκδοση-δίγλωσση, Αθήνα, εκδ. Ύψιλον/βιβλία, 1999, σσ. 17-19, 21.
Πηγή ποιήματος: Πύλη για την ελληνική γλώσσα
Les Pâques à New York est un poème de Blaise Cendrars (1887-1961), publié en 1912 sous le titre Les Pâques aux Hommes nouveaux, une maison d'édition qu'il a créée la même année avec Emil Szittya. C'est en 1919 que le poème recevra son titre définitif.
Read more!