Κι όπως χάζευα το αφιέρωμα του Σπύρου στην Ημέρα της Ποίησης, στο "Στην Υγειά μας" , ακούω τον Γιώργο Χρονά να λέει ότι του ανατέθηκε η διεύθυνση στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας! Έτσι η Βιβλιοθήκη πια θα έχει περισσότερη ποίηση και θα ανανεωθεί εντελώς. Δεδομένης της ποιότητας Χρονά, αλλά και της πείρας τόσο του ίδιου, όσο και των συνεργατών του, από τα ονόματα που διάβασα, νομίζω ότι έχουμε να περιμένουμε ακόμα πιο όμορφες μέρες από το αγαπημένο μας ένθετο. Δεν έχω λοιπόν παρά να ευχηθώ ολόψυχα Καλή Επιτυχία σε όλους!
Ο Γιώργος Χρονάς έστειλε την ακόλουθη επιστολή στα μέσα ενημέρωσης:Αγαπητοί φίλοι,
με την Ελευθεροτυπία της Παρασκευής, 6 Μαρτίου 2009, αρχίζει η νέα εποχή για τη Βιβλιοθήκη, που συνοδεύει το φύλλο της εφημερίδας 52 φορές το χρόνο.
Ως Καταφύγιο Θηραμάτων, ο υπότιτλος για τη Βιβλιοθήκη, διασώζει και διατηρεί καθετί, από τον κόσμο του βιβλίου και της τέχνης.
Οι νέοι συνεργάτες που έρχονται μαζί μας, στο καταφύγιο θηραμάτων, είναι οι:
Μάρη Θεοδοσοπούλου, Μαρία Λαϊνά , Χάρης Μεγαλυνός, Αγαθή Δημητρούκα και οι Γιάννης Πετρίδης, Κώστας Ζουγρής.
Επίσης οι: Γ. Χ. Πανόπουλος, Κωνσταντίνος Μπούρας, , Αντώνης Γαλέος, Πόπη Μουσουράκη, Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης, Διονύσης Μουσμούτης, Γιώργος Βέης, Κωνσταντίνος Ματσούκας, Λίνα Πανταλέων, Γιώργος Περαντωνάκης, Χρύσα Σπυροπούλου, Σταύρος Σταυρόπουλος, Δημήτρης Τσεκούρας, Χάρης Μαυρομάτης, Ντίνος Σιώτης, Λίλυ Εξαρχοπούλου, Χρήστος Παρίδης, Ειρήνη Βρής, Κατερίνα Αγγελιδάκη, Δήμος Μαρουδής, Βασίλης Ζηλάκος, Πόλυ Κρημνιώτη, Χριστίνα Σταθοπούλου, Γιάννης Γκούμας, Νένα Κοκκινάκη, Βασίλης Λαλιώτης, Πέτρος Δραγουμάνος, Αλέξανδρος Ασωνίτης, Αύγουστος Κορτώ , Σπύρος Αραβανής, Άντυ Δημοπούλου, Νεκτάριος-Γεώργιος Κωνσταντινίδης, Γιάννης Λειβαδάς , Λάμπρος Σκουζάκης, Παναγιώτης Γούτας, Βασίλης Κοντόπουλος, Γιώργος Χαντζής, Δημήτρης Γκενεράλης, Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Κωνσταντίνα Γιαννούτσου, Αλέξανδρος Στεργιόπουλος, Κωστής Καλογρούλης, Πάνος Σαββόπολος, Έλενα Δουβλέτη κ. α.
Είναι πάντα μαζί μας οι: Κατερίνα Σχινά, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Μισέλ Φάις, Στάντης Ρ. Αποστολίδης, Βασίλης Καλαμαράς.
Πηγή:
Λώρη ΚέζαΤο σώμα στη μάχηΑπό τον Γιώργο ΧρονάΚαι μόλις έμπαινε η άνοιξη μερικοί Θηβαίοι ένοπλοι μπήκαν την ώρα του πρώτου ύπνου στην πόλη. Ακόμη δεν είχαν σταματήσει οι βροχές. Η πρωινή ομίχλη δεν διαλυόταν με την άνοδο της θερμοκρασίας. Στους γύρω λόφους, στην Πάρνηθα, στην Πεντέλη, στον Υμηττό πύκνωνε περισσότερο. Πολλοί έλεγαν πως, ίσως, κάποτε όλο αυτό ήταν βυθός λίμνης έως την ημέρα που άνοιξε και χύθηκε το περιεχόμενό του στη θάλασσα. Ομως μπέρδευαν, ιστορικά, την Αττική με την πεδιάδα της Μεγαλόπολης στην Αρκαδία. Η βλάστηση, οι θάμνοι, τα καμένα δέντρα με τις σταγόνες της βροχής δυνάμωναν. Θέριευαν. Τόσο όσο να νομίζουν πως η καταστροφή δεν είχε έλθει ποτέ στη χώρα. Οι τζαμαρίες, οι προσόψεις των κτηρίων είχαν σκεπαστεί με νέο χρώμα πλαστικό. Τα γυαλόχαρτα, οι σμυριδοτροχοί είχαν καθαρίσει κάθε σύνθημα. Μόνο στην Ακαδημία Αθηνών είχαν μείνει -στα πέντε μέτρα- τα λόγια. Ισως για να μη σκεφτούν και γράψουν άλλα πάνω σ' αυτά - αν τα έσβηναν. Τα ρολά ήταν παντού. Οι βιτρίνες είχαν χαθεί. Τα αλουμίνια κατέβαιναν μέχρι την άσφαλτο. Οι πλαστικοί κάδοι των σκουπιδιών αντικαταστάθηκαν με μεταλλικούς. Οι φωταψίες στην πόλη ήταν χωρίς νόημα. Η ζωή τέλειωνε νωρίς και τα ταξί κυκλοφορούσαν στους δρόμους άδεια. Η κρίση είχε χτυπήσει κι εδώ. Οι βιβλιοθήκες γέμιζαν κυνηγημένα θηράματα. Τα βιβλία είχαν μεγάλη ζήτηση. Όλοι ήθελαν να μάθουν τα νέα που δεν παλιώνουν. Μπορούσες πίσω από τα παράθυρα της βιβλιοθήκης να δεις σκεπτική τη Μάρη Θεοδοσοπούλου να ξεχωρίζει τα βιβλία που θα μελετούσε. Κατέβαζε πάντα το τηλέφωνο - δηλαδή δεν απαντούσε. Δεν απαντώ στις ερωτήσεις, έλεγε η Μαρία Λαϊνά, γράφω για το νέο φύλλο. Το αμάξι μου έχει την πόρτα ανοιχτή. Δεν ταξιδεύω. Ανεβαίνω τα σκαλιά και ανάμεσα στο παράθυρο και τη γάτα ανοίγω τη γραφομηχανή. Ομως ζω παράξενα. Ανάμεσα στη σιωπή και στο χιόνι. Ο Χάρης Μεγαλυνός βυθισμένος σε μια βικτωριανή εποχή ψάχνει τα χημικά υγρά των σχέσεων. Το βιβλίο αυτό του Ντίκενς διάβαζε πριν πεθάνει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος. Πρέπει να βιαστώ, λέει. Η εφημερίδα περιμένει. Το καταφύγιο θηραμάτων βαδίζει τον δρόμο του. Παρακαλώ λίγο φως στο μονοπάτι αυτό των ελαφιών! Του λύκου! Της αρκούδας! Ο Γιάννης Πετρίδης καθισμένος στην καρέκλα που βλέπει στον κήπο, ακούει τις μουσικές που γεμίζουν τα αυτιά των συγγραφέων. Ακόμα κι αυτοί που δεν ακούν -μια εκπυρσοκρότηση τους έκοψε την ακοή;- ανοίγουν το στόμα όπως τα ψάρια στις παραλίες αναζητώντας χόρτο ή οξυγόνο. Ο Κώστας Ζουγρής μελετάει τις μουσικές για τον Πόε. Νυν και Αεί ή Ποτέ Πια - αυτό, το τελευταίο, του Πόε. Διαλέγω το Νυν και Αεί, λέει και βάζει τη βελόνα από το Πρώτο Πρόγραμμα στο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Από τις 4 στις 6. Μόνο με γνώση και αγάπη για το κοινό. Ο Ντίνος Σιώτης καθαρογράφει όσα είδε στην Αμερική. Ζυγίζεται στη σελίδα 116 του Ομπάμα. Ο Αρανίτσης συνάντησε τον ζωγράφο Μπαλτύς ή τον Φράνσις Μπέικον; Ακολουθούν οι υπογραφές του Γιώργου Χαντζή, του Κωνσταντίνου Ματσούκα, της Λένας Πλάτωνος, της Χριστίνας Σταθοπούλου, του Λάμπρου Σκουζάκη, του Γιάννη Λειβαδά, του Νεκτάριου-Γεώργιου Κωνσταντινίδη, του Χρήστου Παρίδη, του Σπύρου Αραβανή, της Αντυ Δημοπούλου...
Οι Κερκυραίοι διαφωνούν, αν και θέλουν να μπουν στον κατάλογο. Οι Δωριείς συμφωνούν. Οι Βοιωτοί επίσης. Οι Αθηναίοι τώρα φτάνουν. Οι Μεγαρείς γίνανε αντιληπτοί. Οι λαοί της Θεσσαλίας, οι κάτοικοι του Ολύμπου, της Κατερίνης, τα Ιωάννινα, οι Πατρινοί, οι Αργείοι, οι Κρήτες, οι Μακεδόνες, οι Ξανθιώτες -ο Χατζιδάκις- οι της Αλεξανδρούπολης. Οι Χαλκιδείς. Οι Λαμιώτες. Οι Σπαρτιάτες. Οι της νήσου Κω. Οι της Ιου. Οι Ιλλυριοί φτιάχνουν καφέ. Και ανάβουν φωτιά να ζεσταθούν. Οι φωνές σταματούν. Ολοι διαβάζουν Βιβλιοθήκη -καταφύγιο θηραμάτων. Γιατί κάποια πράγματα εκλείπουν. Λείπουν. Και εδώ διατηρούνται ατόφια. Δυνατά.
Φωνή από τον εξώστη: Αφήστε μας να περάσουμε στις άλλες σελίδες! Φτάνει!
Ελεος! Και ο τίτλος σου είναι από το ποίημα του Παζολίνι!
Καλημέρα. Είμαστε εδώ. Στην αγκαλιά της Ελευθεροτυπίας!
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 06/03/2009ΛΟΓΟΥ ΧΑΡΙΝΝέα εποχήΣε μένα, λοιπόν, πέφτει το θλιβερό καθήκον να γράψω τον επικήδειο της στήλης. Και, εκπροσωπώντας αυτοβούλως τους υπόλοιπους συναδέλφους, μέλη της συντακτικής ομάδας της «Βιβλιοθήκης», να συνθέσω τον αποχαιρετιστήριο λόγο του εντύπου μας, όπως το ξέρατε ώς τώρα. Από την επόμενη Παρασκευή, η «Β» κυκλοφορεί σε νέα μορφή, ως «καταφύγιο θηραμάτων», όπως προσφυώς την ονομάζει ο νέος της διευθυντής, Γιώργος Χρονάς. Ολότελα ανανεωμένη, ολότελα διαφορετική. Περισσότερο «λογοτεχνική» και λιγότερο σχολιαστική. Εξού και οι στήλες εξαλείφονται, μαζί και το «Λόγου χάριν». Αποχαιρετισμός ή επικήδειος, λοιπόν, όπως τον θέλετε.
'Η μάλλον όχι - τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Στους αποχαιρετισμούς δίνει κανείς υπόσχεση ή ευχή νέας συνάντησης, μετατεθειμένης στο μέλλον· στους επικήδειους, ο αποχωρισμός είναι οριστικός. Επάνοδος δεν υπάρχει. Η αυλαία πέφτει, ο αποχωρών εξαφανίζεται για πάντα. Οσοι επιμένουν να τον θυμούνται, το πολύ να τον νεκρολογούν: να μιλούν για τις αρετές του εκλιπόντος, για το «δυσαναπλήρωτο κενό» που αφήνει κ.λπ. - πράγματα ούτως ή άλλως πληκτικά και, βεβαίως, άκρως σχετικά.
Τα τελευταία λόγια αυτής της στήλης, λοιπόν, δεν θα είναι ούτε αποχαιρετιστήρια ούτε επικήδεια. Θα είναι υπομνηστικά. Θα επαναλάβουν, σαν σε ρόχθο, όσα είχαν πριν από πέντε χρόνια φιλοξενηθεί στην ίδια αυτή θέση, με αφορμή τα πέμπτα γενέθλια της «Βιβλιοθήκης». Διαπιστώνοντας ότι, αν τότε τα πράγματα ήταν αρκετά δύσκολα, σήμερα ενδέχεται να είναι και αφόρητα· ότι αν τότε η υπεράσπιση του Λόγου έμοιαζε ακόμη εφικτή, σήμερα η επιμονή σ' αυτήν φαντάζει έως και γελοία. Ενας γραφικός αναχρονισμός.
Κοντά έντεκα χρόνια έζησε η «Βιβλιοθήκη» όπως την ξέραμε. Με τους συνεργάτες της να προσπαθούν, στο μέτρο των δυνατοτήτων του ο καθένας, να ανταποκριθούν στην ευθύνη των «φυσικών οδηγών» του μέσου αναγνώστη (όπως όριζε ο Φάνης Κακριδής τους ειδικευμένους δημοσιογράφους, βιβλιοπαρουσιαστές και κριτικούς) - να βοηθήσουν, δηλαδή, αυτόν τον αναγνώστη «να ξεχωρίσει τον χαλκό από το μάλαμα». Να βρει τον δρόμο του μέσα στον, πραγματικά συντριπτικό, όγκο της βιβλιοπαραγωγής, που του προκαλεί ίλιγγο, αν όχι αίσθημα ανεπάρκειας. Δεν θελήσαμε να τον κολακέψουμε τον αναγνώστη μας, να τον παραδώσουμε στην ευτέλεια, να τον υποτιμήσουμε, ούτε ασφαλώς και να τον χειραγωγήσουμε. Αντιθέτως, επιχειρήσαμε -κάποτε αντιτιθέμενοι ακόμη και στην ίδια την εφήμερη φύση της εφημερίδας- να του υπενθυμίσουμε ότι καλό θα ήταν να μην αρκείται στην πληροφόρηση· να μην περιορίζεται στο δευτερογενές κείμενο (την κριτική ή τη βιβλιοπαρουσίαση), αλλά να ερεθίζεται απ' αυτό για να προσέλθει στην πρωτογενή πηγή, το βιβλίο, διεκδικώντας, επιτέλους, τον αργό χρόνο της ανάγνωσης, μέσα στη βραδύτητα του οποίου ξεδιπλώνεται κάθε εσωτερικευμένη εμπειρία - και η αισθητική εμπειρία, πρωτίστως. Αυτόν το χαρακτήρα είχαν και τα αφιερώματα: να δώσουν στα τεύχη της «Βιβλιοθήκης» προοπτική, συνέχεια και διάρκεια, αποτελώντας τον πυρήνα μιας προσπάθειας που αρνείται να γίνει «μιας χρήσης».
Γιατί το βιβλίο απαιτεί τον χρόνο τού Εγώ μας, χρόνο βαθύ, αληγή, άτρυτο, χρόνο αντίθετο προς την αμεσότητα της σύγχρονης επικοινωνίας, χρόνο που προστατεύει το περιεχόμενο, το αίσθημα και την ενδοσκόπηση. Και σ' αυτόν τον χρόνο -τα όρια του οποίου μπορεί και πρέπει να λησμονήσει ο αναγνώστης προκειμένου να εγκαταλείψει ό,τι τον κρατά δέσμιο στον συνεχή ενεστώτα ενός τυφλού παρόντος, χωρίς αγωνίες, χωρίς αναζητήσεις, χωρίς ανάγκη για υπέρβαση- τάχτηκε όλα αυτά τα χρόνια η «Βιβλιοθήκη». Επενδύοντας πάνω απ' όλα στο κείμενο, χωρίς να φοβάται τη μεγάλη έκταση ή τη «στρυφνότητα» των θεμάτων. Θεωρώντας ότι δεν υπάρχουν «στρυφνά» θέματα, αλλά μόνο στυφή και άχαρη, διεκπεραιωτική και πεζή διαπραγμάτευση. Οσο γι' αυτήν εδώ τη στήλη, όσο κι αν δεν το κατάφερνε πάντα, στόχο είχε να ανταποκριθεί στην ανάγκη του ιδανικού αναγνώστη, που δεν είναι παρά μία, επίμονη και αναμφίλεκτη: η αναζήτηση του νοήματος, ακόμη και υπό το καθεστώς της γραφειοκρατίας της πληροφορίας.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 27/02/2009