Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μητσάκης Μιχαήλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μητσάκης Μιχαήλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Απριλίου 2008

Μιχαήλ Μητσάκης! Μια λαμπρή καριέρα, ένα μεγάλο πνεύμα... με την κλασική κατάληξη: Παραφροσύνη!


Μιχαήλ Μητσάκης
Φωτό: ΕΛΙΑ


Τα δυο εκπληκτικά γράμματα του Μητσάκη το ένα στην καθαρεύουσα και το άλλο στη Δημοτική! Απόλαυση;

Η ΘΛΙΨΙΣ ΤΟΥ ΜΑΡΜΑΡΟΥ

Με τεθραυσμένας κνήμας εκ του γόνατος, ηκρωτηριασμένους από της ωλένης του βραχίονας, κατάκειται εν τω μουσείω ο αρχαίος έφηβος. Ημικλινής επί του δεξιού πλευρού, στρέφων μικρόν προς τα αριστερά την κεφαλήν, απλούται κατά μήκος επί του ξυλίνου βάθρου του, και φαίνεται ως να προσβλέπη εις το ίδιον σώμα του. 'Αρτιος κατά πάντα, ο κορμός αυτού, εκτείνεται, πάλλευκον όνειρον κάλλους και ευρωστίας. Της γλυκείας ως κόρης και αρρενωπής ως ήρωος μορφής, την ελαφράν έπαρσιν ανέχει του εξαισίου τραχήλου η εύγραμμος χάρις. Ευρείαι φεύγουν οπίσω, από του ηρέμα καμπτομένου αυχένος, αι ισχυραί ωμοπλάται, ενώ προς τα εμπρός ογκούνται τα στέρνα, ρωμαλέα, έντονα, με προεξέχοντας και σφριγώντας τους μαστούς, ωσεί υπεγειρόμενα εκ του πλουσίου χυμού, του κυκλοφορούντος μέσα των. Υπό βαθείας αύλακος τεμνομένη καταβαίνει η ράχις, μακρά, ευθυτενής, περιβάλλουσα την μαντευομένην υπό το δέρμα κανονικωτάτην των οστών διάπλασιν και την αδιάσπαστον σύνδεσιν. Λεπτή, με τας πλευράς συμπλεκομένας προς αλλήλας εν αρμονική διαδοχή, γλαφυρά, κολπούται η οσφύς, μαλακώς μετάγουσα, από των στέρνων την ανδρώδη έντασιν, προς της αναθαλλούσης και παλλομένης σαρκός των νώτων την επαφρόδιτον ευμορφίαν και των ισχίων ή των λαγόνων τα εύρυθμα θέλγητρα. Αναλάμπει, στίλβουσα όλη, ανεπαισθήτως πτυχουμένη που και που, η αδρά συγχρόνως σύμμετρος γαστήρ, εν μέσω της οποίας, ηδύτατα, μόλις διαφαινόμενος, προσμειδιά ο ομφαλός, και υφ' ην, ακάλυπτον, ελεύθερος, παμφαές, έκπαγλον, εγείρεται της ήβης το θείον κράτος. Τολμηροί, εύτορνοι, ακμαίοι, στρογγυλούνται οι μηροί, ίσοι και λείοι βαίνοντες προς τας τεταμένας ιγνύς. Από των ώμων, εκατέρωθεν, εκ παραλλήλου τω κορμώ, εκφύεται των βραχιόνων η νευρώδης δύναμις, εφ ων κυρτούνται αγερώχως οι μυώνες, κεχωρισμένοι αφ' εκάστων ευκρινώς, και συνεχόμενοι αρρήκτως εν τοσούτω, ήσυχοι, γαλήνιοι, ωσεί αναπαυόμενοι εν πεποιθήσει υπερτάτ' εις εαυτούς...



ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΜΑΡΜΑΡΟΥ

Αφιερόνεται εις τον αγαπητόν μου
κύριο Γεώργιο Καλοσγούρο.

Με τα πόδια σπασμέν' από το γόνατο, με τα χέρια κομμέν' από τον άγκωνα, κοίτεται μέσα στο μουσείον το παλληκάρι το αρχαίο. Μισοπεσμένο στο δεξί του πλευρό, γέρνοντας ζερβά λίγο το κεφάλι, είναι ξαπλωμένο, ολόβολο, απάνω στο ξύλινο στήριγμά του, και φαίνεται ωσάν να κυττάζη το ίδιο του το κορμί. Ακέρηο απ' άκρη σ' άκρη, το σώμα του τεντόνεται, σαν κατάλευκ' ονειροφάντασμα ωραιότητας και γεροσύνης. Της γλυκειάς ωσάν κοριτσιού, της παλληκαρίσιας σαν ήρωα μορφής του το αλαφρό σήκωμα, βαστούνε, του εξαίσιου λαιμού του η χαριτωμένες γραμμές. Από το σβέρκο του που σκύβει λιγάκι, φεύγουνε πίσωθε, ανοιχτές, η δυνατές πλάτες του. μα από μπροστά, τα στήθια του ορθόνονται εύρωστα, σφιχτά, με φουσκωμένα, ξαναμμένα τα βυζά, σα ναν τ' ανασηκόνη ο πλούσιος χυμός, που αναβράζει από μέσα τους. Η ράχη του μακρυά, ίσια, κατεβαίνει, χωρισμένη με αυλάκι βαθύ, και τυλίγει, λες και το βλέπεις, από κάτου από το δέρμα, το κανονικώτατο φκιάσιμο των κοκκάλων και το αξεχώριστο δέσιμό τους. Απαλή, με τα πλευρά πλεγμέν' αρμονικά, τώνα με τ' άλλο, λυγίζεται η μέση του η λεπτή, που σε πάει μαλακά-μαλακά, από το ανδρικό τέντωμα των στηθών του, εις της τρεμάμενης, της ανθισμένης σάρκας των πισινών του την αφροδίσια εμορφιά, στα ρυθμικά μάγια των λαγαρών του. Λαμποκοπάει, γυαλιστερή σαν καθρέφτης, όλη, με ανεπαίσθητες ζάρες εδώ κ' εκεί, η κοιλιά του, η πλατειά και η σύμμετρη αντάμα και καταμεσής της χαμογελάει γλυκύτατα ο αφαλός του, που μόλις φαίνεται, και από κάτου της, ξέσκεπο, ελεύθερο, περίλαμπρο, ολόφωτο, το θείο βασίλειο της νειότης του, υψόνεται. Ακμαία, γενναία, τορνευμένα, στρογγυλόνονται τα μεριά, και τραβούν κατά κάτου, ομαλά, ευθύγραμμα, για να βρουν τα κορδωμένα ντικλίνια. Δώθε και κείθε δίπλα εις το κορμί, ξεφυτρόνουν από τους ώμους του τα νευροδύναμα μπράτσα του, κι απάνω τους, χωρισμένοι, καθαρά-καθαρά, καθ' ένας από τον άλλον, μα κ' ενωμένοι αξεκόλλητα εν τούτοις, ήσυχοι, αξένοιαστοι, ωσάν ν' αναπαύουνται με απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, προβάλλουνε οι μυώνες, καμαρωτοί και περήφανοι...


Χειρόγραφο του Μητσάκη
Φωτό: ΕΛΙΑ


ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΣΑΚΗΣ (1863-1916)
Οι πληροφορίες για τη ζωή του Μιχαήλ Μητσάκη αντλούνται από το λεξικό των Μπαρτ και Χηρστ και από αναφορές συγχρόνων του στο πρόσωπό του. Ως χρονολογία γέννησής του αναφέρεται το 1868, καθώς όμως αντιτίθεται σε άλλα στοιχεία γύρω από τη ζωή του συχνά αντικαθίσταται από το 1863. Γεννήθηκε στα Μέγαρα γιος του Αριστείδη και της Μαριγώς Μητσάκη, καταγόταν όμως από τη Σπάρτη, όπου έμαθε τα πρώτα γράμματα και τέλειωσε το Γυμνάσιο. Μαθητής ακόμα εξέδωσε την βραχύβια εφημερίδα Ταϋγετος. Το 1880 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σύντομα όμως εγκατέλειψε τις σπουδές του και ξεκίνησε την ενασχόλησή του με τη δημοσιογραφία συνεργαζόμενος αρχικά με το περιοδικό Ασμοδαίος. Στη συνέχεια δημοσίευσε διάφορα άρθρα στις περισσότερες αθηναϊκές εφημερίδες, καθώς και σε πολλά περιοδικά, υπογράφοντας άλλοτε με το όνομά του (κυρίως στα λογοτεχνικά κείμενα) ή τα αρχικά του και άλλοτε με διάφορα ψευδώνυμα, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες έγραψε και ανώνυμα άρθρα. Εξέδωσε τα ευθυμογραφικά έντυπα Θόρυβος και Πρωτεύουσα που κυκλοφόρησαν για μικρό χρονικό διάστημα. Υπήρξε συνιδρυτής του σατιρικού Άστεος μαζί με το Θέμο και Μπάμπη Άννινο και διευθυντής του Ελληνικού Ημερολογίου του Π.Δ.Σακελλαρίου. Η δημοσιογραφική του καριέρα υπήρξε λαμπρή, διακόπηκε όμως απότομα το 1896, λόγω κορύφωσης της πνευματικής ασθένειας του Μητσάκη που είχε ξεκινήσει δυο χρόνια πριν. Έκτοτε παρέμεινε διανοητικά ανάπηρος, φτάνοντας ως την παραφροσύνη. Από το 1914 και μέχρι το θάνατό του πέρασε τη ζωή του στο Δρομοκαϊτειο, όπου πέθανε από πνευμονία. Το αρθρογραφικό έργο του Μητσάκη συγγενεύει στενά με τη λογοτεχνική παραγωγή του, η οποία εντάχθηκε στα πλαίσια της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας. Δημοσίευσε αφηγήματα, κριτικά δοκίμια, επιγράμματα και ποιήματα στα ελληνικά και τα γαλλικά. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του εκδόθηκε μετά το θάνατό του. Στο χώρο του γλωσσικού ζητήματος τάχτηκε θεωρητικά υπέρ της δημοτικής, χρησιμοποίησε όμως την απλή καθαρεύουσα, κυρίως λόγω της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας στο χώρο του Τύπου, όπου η δημοτική ήταν αποκλεισμένη. Οι γλωσσικές του αντιλήψεις βρίσκονται αναλυτικά εκφρασμένες στην επιστολή του Η δήθεν δημώδης γλώσσα (1888), στο κριτικό άρθρο του για τον Γεράσιμο Μαρκορά (1890), στο άρθρο του Το Γλωσσικόν ζήτημα εν Ελλάδι· Μια φιλολογική σελίς εις δυο γλώσσας (1892), γραμμένο δυο φορές, μια στην καθαρεύουσα ( Η θλίψις του μαρμάρου) και μια στη δημοτική (Το παράπονο του μαρμάρου). Το πεζογραφικό έργο του είναι γραμμένο σε μεικτή γλώσσα. Επηρεάστηκε από τα ρεύματα του ρεαλισμού (και αργότερα του νατουραλισμού), και του αισθητισμού, καθώς ήταν ενημερωμένος γύρω από τη σύγχρονή του γαλλική λογοτεχνία. Κυρίαρχο θέμα στο έργο του είναι η εσωτερική μετανάστευση, που κυριαρχούσε τότε στην Ελλάδα και η αστική ζωή στην Αθήνα. Στα πλαίσια της προσπάθειάς του να απεικονίσει την αποξένωση και την αλλοτρίωση ως συνέπειες της ζωής στην πόλη ο Μητσάκης υπέταξε το υλικό του στην στη λογική της αποδιοργάνωσης. Η δομή των έργων του είναι συχνά χαλαρή ή και απουσιάζει. Από τα έργα του αναφέρονται ενδεικτικά το πρώτο του διήγημα με τίτλο Το βάπτισμα , η συλλογή αφηγημάτων Αθηναϊκαί Σελίδες και ο Αυτόχειρ .

Πηγή Βιογραφίας: ΕΚΕΒΙ


Read more!