Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Η Κυριακή μυρίζει βασιλικό κι η φωνή της καμπάνας είναι γλυκιά.

Η μητέρα μου στην εκκλησία

Άλλαξε τη μπόλια* της η μητέρα μου κι ετοιμάστηκε 
να πάει στην εκκλησία. 
Καθαρή σαν αστέρι, 
παρόλα τα μαύρα της, κατεβαίνει τα πέτρινα 
σκαλοπάτια κοιτάζοντας την ευγένεια του ήλιου 
και τις άσπρες πορτοκαλιές. Δεν ξέρει η μητέρα μου 
τι είναι ο ήλιος. Τον φαντάζεται αγάπη 
που ανατέλλει στον ουρανό — δεν ξέρει η μητέρα μου.


Δεν ξέρει αν ήτανε Σάββατο χτες, 
δεν ξέρει αν αύριο είναι Δευτέρα. 
Ωστόσο τις μέρες τις γνωρίζει καλά. 
Η Κυριακή μυρίζει βασιλικό 
κι η φωνή της καμπάνας είναι γλυκιά. 
Δεν ξέρει πώς γίνεται. Γύρω της όλα 
φαίνονται φρέσκα, δείχνουν αλλιώς.

* (η) μπόλια: γυναικείο μαντίλι για το κεφάλι

Νικηφόρος Βρεττάκος


Read more!

Κυριακή 10 Μαΐου 2009

Madre! Montero!...στο πλευρό σου αναζητώ αυτή την παλιά νοσταλγία να είμαι καλός, να μην είμαι εγώ, να γνωρίσεις το γιο που αξίζεις


Joaquin Sorolla (1863 - 1923) Madre e hijo en la playa


ΜΗΤΕΡΑ

Ανάμεσα στο τίποτα,
όταν μου το επιτρέψουν
οι ανόητοι δαίμονες του χρόνου μου
θα τηρήσω ένα λόγο που ποτέ δεν μου ζήτησες.
Θα σε πάω στο Παρίσι.
Γιατί ίσως, τότε,
στα Ηλύσια Πεδία
ή στα νερά του Σηκουάνα,
με τη Notre Dame στο βάθος ή με τον πύργο του Eiffel,
θα δω πάλι τη λάμψη
την νεανική στα μάτια σου,
το εφηβικό φως
να κατεβαίνει απ' το τραμ
με σακούλες και ψώνια και χαιρετισμούς
και λίγο παραπάνω από είκοσι χρόνων.

Σήμερα σε θυμάμαι έτσι,
όπως τις μέρες χωρίς σχολείο,
σημαία όμορφη μιας χώρας δύσκολης,
λεπτή βροχή τα Σάββατα.

Ποτέ δεν κράτησες πολλά για σένα.
Ούτε καν θέλησες μια νύχτα,
μία πόλη ή ένα ταξίδι.
Ο χρόνος σου καθόταν στο τραπέζι μας
και έπρεπε να τον μοιράσεις σαν το ψωμί,
μεταξύ των παιδιών σου και του φόβου σου.
Έξι φορές ήταν ο φόβος
που η αρρώστια, η ανημποριά ή η δυστυχία
θέλησαν να καθίσουν στο τραπέζι μας.

Να μη βγαίνεις έξω, πού πας τώρα,
πρέπει να είσαι προσεκτικός
με τους έρωτες και τους δρόμους
παράτα πια την πολιτική
ή τη φωλιά του λύκου.
Και χωρίς αμφιβολία
αυτό που δεν τολμούσες να ζητήσεις
κοιμάται στην καρδιά του καθενός.

Επειδή η αγάπη κληρονομείται
σαν ένα παλτό χωρίς κουμπιά,
και θα μου άρεσε να σε συνοδεύσω
σε αίθουσες μουσείων,
πιο υπάκουος και φρεσκοχτενισμένος,
για να συναντήσω στη Μόνα Λίζα
το όνειρο και το χαμόγελο
της ταυτότητας μιας πολυάριθμης φαμίλιας.

Θα σε πάω στο Παρίσι
ή στην πόλη που κοιμάμαι
στο φλιτζάνι του απογευματινού τσαγιού σου,
με τα κρύσταλλά σου
μιας αστικής οικογένειας
περισσότερες προσδοκίες παρά χρήματα,
με τα δόντια σου λεκιασμένα απ' το άλικο χρώμα,
με τις σπουδές σου στη Φιλοσοφική
και στη Λογοτεχνία, je m`apelle
Elisa, j' ai cherché
la lune, la mer, la vie,
la pluie, mon coeur,
και τα πάντα διακόπηκαν.

Όμως είμαστε πραγματικά άδικοι
όταν ξέρουμε πως η αγάπη
δεν θα χρεώσει λογαριασμό.
Αλλά η ξερή κοίτη του ποταμού
επίσης, μπορεί να ξεχειλίσει,
όπως τα ποτάμια της Γρανάδας,
και στο πλευρό σου αναζητώ
αυτή την παλιά νοσταλγία να είμαι καλός,
να μην είμαι εγώ,
να γνωρίσεις το γιο που αξίζεις.

Θα σε πάω στο Παρίσι. Στη μνήμη μου
έχεις χαράξει κάτι,
το ότι λησμονήθηκες στη ζωή·
ζητώντας σε, ταξιδεύω στις πόλεις σου.

Luis García Montero
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη



Read more!

Δευτέρα 12 Μαΐου 2008

Blaise Cendrars-Le ventre de ma mère... Η κοιλιά της μάνας μου! Το ξεσπάθωμα ενός εμβρύου! Ένα υπέροχο poèmo-clip!




Blaise Cendrars-Le ventre de ma mère

Ένα poèmo-clip σε μουσική του Yann Anderson, βασισμένο στο υπέροχο ποίημα του Blaise Cendrars " Le ventre de ma mère", σε απαγγελία του εκλεκτού ηθοποιού Albert Delpy!
Χαρισμένο στις μανάδες του κόσμου!

Η κοιλιά της μάνας μου

Αυτή ήταν η πρώτη μου κατοικία
Ήταν όλα καμπυλωτά
Πολύ συχνά με φανταζόμουν
Αυτό που θα μπορούσα να είμαι

Τα πόδια στην καρδιά σου μαμά
Τα γόνατα κόντρα στο συκώτι σου
Τα χέρια συστρέφονταν στο κανάλι
Που κατέληγε στην κοιλιά σου

Η πλάτη κουλουριαζόταν
Τ' αυτιά γεμάτα τα μάτια άδεια
Όλο τραβιόμουν απότομα, τεντωνόμουν
Το κεφάλι σχεδόν έξω απ' το σώμα σου

Το κρανίο μου στο διάφραγμά σου
Απολάμβανα από την υγεία σου
Από τη θερμότητα του αίματός σου
Τ' αγκαλιάσματα του μπαμπά

Πολύ συχνά μια φωτιά υβριδική
Ηλέκτριζε τα σκοτάδια
Ένα σοκ στο κρανίο με λασκάριζε
Και κλωτσούσα πάνω στην καρδιά σου

Ο μεγάλος μυς του κόλπου σου
Συσφιγγόταν τότε σκληρά
Κι αφηνόμουν δημιουργώντας οδύνη
Κι εσύ με πλημμύριζες με το αίμα σου

Το μέτωπό μου είναι ακόμα παραμορφωμένο
Από τις σκουντιές του πατέρα μου
Γιατί πρέπει να αφήνεται
Να πνίγει έτσι τη γυναίκα του;

Αν μπορούσα ν' ανοίξω το στόμα
Θα τον είχα δαγκώσει
Αν μπορούσα ήδη να μιλήσω
θα είχα πει:

Σκατά, δε θέλω να ζήσω!

Blaise Cendrars
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη



Read more!

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

Στις μανάδες μας! Μακριά μας ή κοντά μας, πάντα μέσα στην καρδιά μας... γιατί οι νεκροί πεθαίνουνε μόνο σαν τους λησμονάμε...

ΜΑΝΑ

Απόψε επέρασαν βουβά τα νεκρωμένα χέρια
πάνω από το παλιό μας κεροστάσι,
κάποιο θλιμμένο λείψανο ήρθε με νεκροχέρια
κι έστησε φάντασμα θολό μια προσευχή στ' εικονοστάσι.

Και το κουδούνι της παλιάς μας θύρας έκραξε,
κι ήταν ο θρήνος σα νεκρώσιμη καμπάνα·
λαχτάρα, σαν το φύλλο ετρέμαν τα παιδάκια σου
κι αράδα κάτω από το κάδρο σου εφωνάζαν,
κλαίοντας, Μάνα!

Σπήλιος Πασσαγιάννης
Χρειάζονται λόγια για τον Πασσαγιάννη; Τα έχουμε πει άλλωστε και πιο παλιά.


Πέτρος Βλαστός


ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ

Κεντούσε η μάνα μου σκυφτή στο παραθύρι δίπλα.
Όξω βροχή ξεστάλαζε στα χνουδερά χωράφια
και στις φρεσκόλουστες βραγιές. Της Άνοιξης τα μάτια
δακρυογελούσαν άκρυφτα κι αργόγλυκα κυλούσε

πάνω στης γης τη χλωροσιά το κοριτσένιο κλάμα.
Σιμά στο περιβόλι μας ασημοστήθω λεύκα
τη φουντωσιά της στέριωνε και τις βροχής οι στάλες
σκαλί σκαλί στα φύλλα της γλιστρώντας κατεβαίναν

και μαλακά τραγούδαγαν. Θαμπό, χαμηλωμένο
πισώβλεπε το λιόγερμα και με την αχτινιά του
σπίθες στις κλάρες άναφτε νερόλαμπρες και τρέμιες.

Σαν άγια καλοσύνεψη τριγύρω αναροούσε,
και η μάνα μου το αργόχερο ξακούμπησε και στάθη
της σιγαλόδροσης ζωής το λάλημα ν' ακούσει.

Πέτρος Βλαστός

ΠΕΤΡΟΣ ΒΛΑΣΤΟΣ (1879-1941). Ο Πέτρος Βλαστός γεννήθηκε το 1879 στην Καλκούτα των Ινδιών, γιος του Θεόδωρου Βλαστού και της Μαριέττας Ράλλη. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και από το 1901 ως το 1919 εργάστηκε στο υποκατάστημα του εμπορικού οίκου Ράλλη στις Ινδίες. Στη συνέχεια (1919-1928, οπότε ο οίκος Ράλλη πουλήθηκε σε ξένη εταιρεία) μεταφέρθηκε στα γραφεία του ίδιου οίκου στο Λίβερπουλ, όπου έζησε ως το θάνατό του. Από το 1928 ως το τέλος της ζωής του αφοσιώθηκε στη συγγραφική του δραστηριότητα. Το 1908 παντρεύτηκε την κόρη του Αλέξανδρου Πάλλη, Αζίζα. Ο Πέτρος Βλαστός ανήκει στους έλληνες της διασποράς που κατά τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας επηρέασαν σημαντικά τα ελληνικά γράμματα. Ειδικότερα ανήκε στον κύκλο του οίκου Ράλλη, που στάθηκε ένα από τα πρώτα και σημαντικότερα κέντρα του ελληνικού δημοτικιστικού κινήματος (στον ίδιο κύκλο ανήκαν ο Αλέξανδρος Πάλλης, ο Αργύρης Εφταλιώτης, ο Δημήτρης Πετροκόκκινος και ο αδερφός του Βλαστού Αμβρόσιος). Παράλληλα ο Βλαστός διατηρούσε τακτική αλληλογραφία με τον γενάρχη του δημοτικιστικού κινήματος Γιάννη Ψυχάρη. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1904 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής Της Ζωής, με το ψευδώνυμο Έρμονας. Η συλλογή του έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τους αθηναϊκούς δημοτικιστικούς κύκλους και επαινέθηκε από τον Κωστή Παλαμά. Ακολούθησαν εκδόσεις και δημοσιεύσεις ποιημάτων, διηγημάτων, κριτικών και πολιτικών δοκιμίων, μελετών και ταξιδιωτικών κειμένων. Συνεργάστηκε με έντυπα όπως ο Νουμάς, τα Γράμματα (Αλεξάνδρειας), τα Κυπριακά Γράμματα, τα Ελληνικά Φύλλα, τα Χιώτικα Χρονικά και η Νέα Εστία. Εκτός από τον σαφή γλωσσικό προσανατολισμό του Βλαστού προς τον «καθαρισμό» του Ψυχάρη, στο σύνολο του συγγραφικού έργου του κυριαρχεί η εθνικιστική ιδεολογική του στράτευση, στα χνάρια της θεωρίας του παιδικού του φίλου Ίωνα Δραγούμη υπέρ του διαφωτισμού των ελλήνων της εποχής του και της ανάδειξης της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού με την παράλληλη θεώρηση της ιστορικής περιόδου του Βυζαντίου ως φάσης πολιτιστικής οπισθοδρόμησης. Για τον Βλαστό «η δημοτική είναι μόνο ένα σύμβολο του αγώνα κατά της γενικής ψευτιάς και […] για να πετύχει η μεταρρύθμιση χρειάζεται φανατική πολεμική σ’ όλα τα κοινωνικά ζητήματα»∙ βλ. Σταυρίδη-Πατρικίου 1976, 85-91 και 273. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Πέτρου Βλαστού βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Βλαστός Πέτρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984, Γιαλουράκης Μανώλης, «Βλαστός Πέτρος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 4. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Κ.Ι.Β., «Βλαστός Πέτρος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 7. Αθήνα, Πυρσός, 1929, Μερακλής Μ.Γ., «Πέτρος Βλαστός», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί - Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ.472. Αθήνα, Σοκόλης, 1977 και Σταυρίδη-Πατρικίου Ρένα, «Πέτρος Βλαστός», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Ι΄ (1900-1914), σ.8-33. Αθήνα, Σοκόλης, 1997.

Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.


Read more!

Δευτέρα 21 Απριλίου 2008

Salvatore Quasimodo: Γλυκύτατη μητέρα, είναι η ώρα που κατεβαίνουν οι ομίχλες, ο Ναβίλιο χτυπά ανάκατα στα φράγματα...



Whistler, James Abbott McNeill (1834-1903)
Portrait of the Painter's Mother 1871
Oil on canvas, 144.3 x 162.5cm Musée d'Orsay, Paris

Γράμμα στη μητέρα

«Γλυκύτατη μητέρα, είναι η ώρα που κατεβαίνουν οι ομίχλες,
ο Ναβίλιο χτυπά ανάκατα στα φράγματα,
τα δέντρα φουσκώνουν απ' το νερό, καίγονται απ' το χιόνι·
δεν είμαι θλιμμένος στο Βορρά: δεν είμαι
και σε γαλήνη με τον εαυτό μου, μα δεν περιμένω
συγγνώμη από κανέναν, πολλοί μου έδωσαν δάκρυα
σαν άνθρωπος με άνθρωπο. Ξέρω ότι δεν είσαι καλά, ότι ζεις
σαν όλες τις μανάδες των ποιητών, φτωχή
και σωστή στο μέτρο της αγάπης
για τα ξενιτεμένα παιδιά σου. Σήμερα είμαι εγώ
που σου γράφω.» Επιτέλους, θα πεις, δυο λόγια
από 'κείνο το αγόρι που 'φυγε μια νύχτα με μια κοντή κάπα
και μερικούς στίχους στην τσέπη. Φτωχό, σχεδόν έτοιμο για κατορθώματα,
θα το σκοτώσουν καμιά μέρα σε κανένα μέρος.
«Αλήθεια, θυμάμαι, ήταν σ' εκείνο το γκρίζο σταθμό
των αργών τρένων που μετέφεραν αμύγδαλα και πορτοκάλια,
στις εκβολές του Ιμέρα, το ποτάμι ήταν γεμάτο καρακάξες,
άλατα, ευκαλύπτους. Μα τώρα σ' ευχαριστώ,
αυτό θέλω, για το σαρκασμό που έβαλες
στα χείλη μου, μειλίχιο σαν το δικό σου.
Εκείνο το χαμόγελο μ' έσωσε από πόνους και κλάματα.
Και δεν ενδιαφέρει αν τώρα έχω ένα δάκρυ για σένα,
και για όλους εκείνους που σαν κι εσένα περιμένουν,
και δεν ξέρουν τί πράγμα. Αχ, ευγενικέ θάνατε,
μην αγγίξεις το ρολόι της κουζίνας που χτυπά πάνω στον τοίχο,
όλα τα παιδικά μου χρόνια πέρασαν πάνω στο σμάλτο
της δικής του πλάκας, πάνω σ' εκείνα τα ζωγραφισμένα λουλούδια:
μην αγγίξεις τα χέρια, την καρδιά των ηλικιωμένων.
Μα μήπως απαντά κανείς; Ω συμπονετικέ θάνατε,
ντροπαλέ θάνατε. Αντίο, αγαπημένη, αντίο γλυκύτατή μου μάνα »

Salvatore Quasimodo
Μετ.Μαριάννα Τζανάκη



O Salvatore Quasimodo εικοσάχρονος




SALVATORE QUASIMODO (1959 Nobel Λογοτεχνίας) Ιταλός λογοτέχνης και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε το 1901 στις Συρακούσες της Σικελίας. Από φτωχή οικογένεια με 4 παιδιά, δεν του επέτρεπε η οικονομική τους κατάσταση ούτε καν να σκεφτεί τη λογοτεχνία. Σπούδασε μηχανικός στην Πολυτεχνική Σχολή της Ρώμης. Σπουδές όμως, που δεν κατάφερε να ολοκληρώσει ποτέ λόγω οικονομικών προβλημάτων. Έτσι, εργάστηκε ως τεχνικός στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων της Ιταλίας. Το 1929 εγκαταστάθηκε στη Φλωρεντία και ένα χρόνο αργότερα δημοσίευσε τα πρώτα ποιήματά του με τίτλο Νερά και Χώματα. Το 1938 ο Κουαζίμοντο αποφασίζει να κάνει μια εντυπωσιακή στροφή στην καριέρα του. Παραιτείται από τη θέση του στο Υπουργείο και αρχίζει να ασχολείται επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία. Η δεύτερη ποιητική του συλλογή, Βυθισμένο όμποε εκδόθηκε το 1932 ενώ ακολούθησαν: Το άρωμα ευκαλύπτου και άλλα ποιήματα, Ερατώ και Απόλλων, Με το ξένο πόδι πάνω στη καρδιά, Η ζωή δεν είναι όνειρο, Το ψεύτικο και το αληθινό πράσινο, Ασύγκριτη γη, Να δίνεις και να έχεις κ.ά. Το 1959 βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η προσφορά του στη μετάφραση αρχαίων ελλήνων συγγραφέων και ξένων λογοτεχνών, είναι σημαντικότατη. Πέθανε το 1968 σε ηλικία 67 ετών.


Read more!

Κυριακή 13 Μαΐου 2007

Το γράμμα σου πήρα, σου στέλνω δυο λόγια μητέρα...αν βρω ευκαιρία θα 'ρθω να σε δω κάποια μέρα, νοστάλγησα λίγο, με πνίγει και τούτη η πόλη

Gustav Klimt, Οι τρεις ηλικίες μιας γυναίκας, 1905
Μάνα, Κόρη, Εγγονή, Λάδι σε μουσαμά, 171x171 cm
Λεπτομέρεια

Gustav Klimt
1909-10, Ιδιωτική συλλογή , 90 x 90 cm. Λάδι σε μουσαμά

Egon Schiele, 1915, Λάδι σε μουσαμά, 150 x 159 cm.

Pablo Picasso, Mητρότητα

Paula Cox, Γυναίκες στην Παλαιστίνη

Paula Cox, Μάνα από την Παλαιστίνη

Oswaldo Guayasamín, Ecuador

Colombia, German Losada Perdomo

Pintor Maurice Minkowski, Varsovia, Polonia, 1881-1930.


To γράμμα σου πήρα σου γράφω δυο λόγια μητέρα...


Το γράμμα σου πήρα, σου στέλνω δυο λόγια μητέρα
αν βρω ευκαιρία θα 'ρθω να σε δω κάποια μέρα
νοστάλγησα λίγο, με πνίγει και τούτη η πόλη
οι άνθρωποι μόνοι κι εγώ μοναχή πάντα μόνη.

Χιλιάδες ο κόσμος, δεν έχεις με ποιον να μιλήσεις
στερνή συντροφιά μου δυο-τρεις παιδικές αναμνήσεις
το χαμόγελό μου κοιτάζω στη φωτογραφία
αυτό δεν μπορεί να το σβήσει καμιά πολιτεία.

Μου λες να σου γράψω γιατί τελευταία σωπαίνω
κι εγώ που ακόμα δεν ξέρω αν ζω ή αν πεθαίνω
στους δρόμους γυρίζω και ψάχνω για τον εαυτό μου
κανείς δεν με βρήκε ακόμα και στο όνειρό μου.

Ρεκλάμες, πορείες, χαφιέδες, πανό, διαδηλώσεις
εμπόροι ρουφιάνοι πουλάνε ελπίδες με δόσεις
κι εσύ με ρωτάς αν αντάμωσα την ευτυχία,
γραμμένη στον τοίχο την είδα σε μια συνοικία.


Στίχοι: Μπάμπης Τσικληρόπουλος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Τραγουδάει η Χαρούλα!

Χρόνια πολλά στις μανούλες όλου του κόσμου!



Read more!