Με το Δημήτρη λοιπόν, ήμασταν πολύ ερωτευμένοι. Τρελά ερωτευμένοι. Το πρώτο μας φιλί το δώσαμε στην ταράτσα της πολυκατοικίας μιας αστρόλουστης βραδιάς, υπό το χτυποκάρδι του έρωτος και του τρελού φόβου, μη μας πάρει κανένα μάτι.
Για να βρεθούμε μόνοι, οπουδήποτε αλλού, δεν έπαιζε. Πούλμαν μ' έπαιρνε για το σχολειό, πούλμαν μ' έφερνε. Η λέξη κοπάνα στο σχολείο-φυλακή που πήγαινα για 12 χρόνια, δεν συζητιόταν ούτε για καλαμπούρι. Έτσι λιώναμε στα κάγκελα του μπαλκονιού, αλλάζοντας φλογερές ματιές και με την κάλυψη και της Λίτσας, διατηρούσαμε την «σχέση»!

Κι ένα απριλιάτικο λουλουδιαστό βράδυ, που μοσχοβόλαγε έρωτα όλη η Καλλιθέα, με ανθισμένες τις νεραντζιές και τις πορτοκαλιές στους κήπους και στους δρόμους, η φίλη μου και συμμαθήτριά μου Σίσσυ, έκανε πάρτυ σπίτι της. Θα πήγαινε όλη η παρέα σαφώς.
Δική μου συμμετοχή ήταν αδιανόητη σε πάρτυ. Πόσο μάλλον που η μαμά της Σίσσυς ήταν μια κυρία με κόκκινα μαλλιά, βραχνή φωνή, σύχναζε στο Στράτο Διονυσίου τα βράδια και ήταν χωρισμένη!!! Αυτά και μόνο ήταν αρκετά για να μην τεθεί ούτε καν το αίτημα μου στο τραπέζι. Δεν το είπα καν για το πάρτυ.
Το έλεγα όμως από το κάγκελο στο Δημήτρη και στη Λίτσα, με πολύ παράπονο. Και τότε εκείνος, μου λέει να πείσω τον κατά πέντε χρόνια μικρότερο αδερφό μου, να θέλει σουβλάκι. Το έκανα. Ο πατέρας μου έλλειπε. Ήταν γύρω στις 9. Η μήτηρ ενέδωσε στις απαιτήσεις του υιού, στον οποίον είχε και τρελή αδυναμία άλλωστε. Ο Δημήτρης έπεισε και την κ. Νίτσα να θέλει σουβλάκια, τη μαμά του. Και πήγαμε μαζί. Το σουβλατζίδικο δυο τετράγωνα πιο κάτω. Με το που κατεβαίνουμε, μου λέει ανέβα. Ήταν με το ποδήλατο.
- Πού πάμε; ρώτησα τρομαγμένη.
- Μη φοβάσαι, θα δεις.
Σε πέντε λεπτά είχαμε φτάσει στο σπίτι της Σίσσυς. Τα παιδιά με χειροκροτήματα υποδέχτηκαν τη φυλακισμένη με τον καλό της! Ατμόσφαιρα μαγική για μένα... χαμηλά χρωματιστά φώτα, σχεδόν σκοτάδι, βερμούτ και ξηροί καρποί και στο πικ απ σε σαρανταπεντάρι, ο Adamo με το Inche Allah! Με βουτάει ο Δημήτρης κι χορεύουμε το πρώτο μας μπλουζ! Μαγεμένη εγώ, δεν ήξερα που πατούσα και που βρισκόμουν από ευτυχία! Τα παιδιά όλα, βοηθοί και συνεργοί, με το που τελειώνει αρχίζουν να χειροκροτάνε και στα καπάκια γυρνούν το σαραπεντάρι που αρχίζει να παίζει το Ensemble.
Τα χορέψαμε, ευχηθήκαμε στα παιδιά καλή συνέχεια και με κατακόκκινα μάγουλα τρέξαμε για τα σουβλάκια. Ευτυχώς ήταν κατηφόρα και το απριλιάτικο αεράκι ξεφλόγωσε τα μάγουλα μέχρι να γυρίσω σπίτι, όπου τους είπαμε ότι είχε μια ουρά νααα... το σουβλατζίδικο.
Και βεβαίως το Inche Allah έγινε ο Εθνικός μου Ύμνος! Και βεβαίως το δισκάκι έλιωσε να παίζει... και βεβαίως ο Δημήτρης θα είναι πάντα μια υπέροχη ανάμνηση ως το πρώτο μου αγόρι, το πρώτο φιλί, ο πρώτος χορός.
Read more!

