Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Η πλατεία ήταν γεμάτη κι απόψε... η συγκέντρωση ανάβει κι όλα είναι συνειδητά.

Νίκος Καλογερόπουλος, Ντίμη Σωτηροπούλου, Μιχάλης Τρανουδάκης



Νίκος Καλογερόπουλος, Ντίμη Σωτηροπούλου, Μιχάλης Τρανουδάκης, Σοφία Τρανουδάκη






Read more!

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

Η κυρία Μερτζάνη

Έργο της Μαργαρίτας Μπακοπούλου

Από την Μ. Θεοδοσοπούλου

Μαρία Στασινοπούλου

Κυρία, με θυμάστε;

Η Μαρία Στασινοπούλου, με σπουδές Ιστορίας και Αρχαιολογίας, αφού εργάστηκε ως καθηγήτρια στη μέση εκπαίδευση επί είκοσι εννέα συναπτά έτη, αποφάσισε να βγει στη σύνταξη, έχοντας μόλις καβατζάρει τα πενήντα. Δηλαδή, σε μια μάχιμη και άκρως παραγωγική ηλικία. Στις σχετικές απορίες του περίγυρού της φαίνεται ότι απαντούσε εκθειάζοντας τα πλεονεκτήματα του ελεύθερου χρόνου. Στον πρόλογο του βιβλίου διατείνεται ότι είναι απολαυστικό «να μπορείς να κουμαντάρεις τις ώρες σου και τη ζωή σου κατά την όρεξη της στιγμής». Διατύπωση κομψή και λογοτεχνική, που οι μαθητές της θα μεταγλώττιζαν στην αργκό τους με το «κάνω ό,τι μου καπνίσει». Γιατί αυτοί γνωρίζουν ότι στο «κενό εργασίας» καιροφυλακτεί ο δαίμων της οκνηρίας, που, πιθανώς, εκείνη να τους είχε μάθει ότι συγκαταλέγεται στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.

Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, ωστόσο, φαίνεται ότι αποχώρησε από την καθηγητική έδρα έχοντας καταρτίσει μακροχρόνιο προγραμματισμό γι' αυτό το «κενό εργασίας», το οποίο είχε εξασφαλίσει εις εαυτόν. Τουλάχιστον επί μία δεκαετία θα πρέπει να κοιμόταν και να ξυπνούσε έχοντας στη σκέψη της το ζεύγος Σεφέρη. Με τη συνεργασία της Μαρώς, που πέθανε το 2000, κατά το επετειακό έτος Σεφέρη, ετοίμασε τον δεύτερο τόμο της αλληλογραφίας τους, που καλύπτει τη δεκαπενταετία 1944-1959. Στο ενδιάμεσο ετοίμασε, για το 2000, ένα αφηγηματικό «χρονολόγιο» Σεφέρη, το οποίο, χάρις στον τρόπο γραφής του και τις συγκεντρωμένες πληροφορίες, διατηρεί το ενδιαφέρον του και μετά την έκδοση της βιογραφίας του Σεφέρη από τον Ρόντρικ Μπίτον.

Αυτά τα έργα και άλλα της ίδιας υφής κάλυψαν «το κενό εργασίας». Παράλληλα, συνέχισε να ασχολείται σποραδικά με την κριτική της ελληνικής λογοτεχνίας. Αλλά, όπως φαίνεται, το μεράκι της γραφής δεν ικανοποιήθηκε, εξ ου και το πρόσφατο βιβλίο της. Πρόκειται για μια πρώτη, μάλλον διστακτική, δοκιμή στο χώρο της αφήγησης, που εντάσσεται στην κατηγορία χρονικό - μαρτυρία. Ακριβέστερα, παρουσιάζονται αποσπάσματα από ένα χρονικό της σχολικής καθημερινότητας, στο οποίο καταγράφεται ο μαθητικός μικρόκοσμος από την οπτική γωνία του διδάσκοντος. Ταυτόχρονα, συνιστά και μαρτυρία, αφού η συγγραφέας, στον πρόλογο, επιμένει ότι «τα γεγονότα είναι όλα πραγματικά», αντιστρέφοντας τη γνωστή επισήμανση πολλών μυθιστορημάτων ότι «κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα είναι συμπτωματική».

Προ εξαετίας, ο Κώστας Ακρίβος είχε εκδώσει μια ανθολογία, όπου αναζητούσε τα ίχνη του σχολείου στη νεοελληνική λογοτεχνία από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, συμπεριλαμβάνοντας τις εκπαιδευτικές βαθμίδες, δημοτικό-γυμνάσιο-λύκειο. «Να μαθαίνω γράμματα...» είναι ο χαρακτηριστικός τίτλος της. Παραδόξως, μετρημένα είναι τα πεζά στα οποία γίνεται λόγος για δασκάλες και τα περισσότερα από αυτά επικεντρώνονται στα ερωτικά αισθήματα που εκείνες ξυπνούν. Μόνο σε ένα, το παρθενικό μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου «Αστραδενή», η δασκάλα προσφωνείται κυρία. Κι όμως, σε αυτό το «κυρία» ή και «κύριος» αντικατοπτρίζεται η ιδιαίτερη σχέση δασκάλου-μαθητή. Ο τίτλος του βιβλίου της Στασινοπούλου τονίζει τη βαθιά εγχάραξη του «κυρία» στη μνήμη του ενήλικα, αποκαλύπτοντας την προνομιούχο θέση που κατείχε κάποτε η δασκάλα στον κόσμο του μαθητή. Τα αφηγήματα, όμως, δείχνουν και την άλλη πλευρά, εκείνη του δασκάλου. Για παράδειγμα, σε εκείνο που βρίσκεται θεματικά πλησιέστερα στον τίτλο του βιβλίου, μια εικοσάχρονη συναντά τη δασκάλα της και προσπαθεί να την κάνει να τη θυμηθεί. Εχουν περάσει κοντά δέκα χρόνια, η δασκάλα, που, στο ενδιάμεσο, έχει καταχωρίσει κι άλλες «φουρνιές» μαθητών στο βιωματικό της ημερολόγιο, δυσκολεύεται. Οταν τη θυμάται, την κατακλύζουν τα γεγονότα εκείνης της φάσης της ζωής της, καταχωρισμένα μαζί με το πρόσωπο της κοπέλας στα απωθημένα. Ηταν στο σχολικό συγκρότημα της Γκράβας, στην Κυπριάδου, όταν η μητέρα της ήταν ακόμη υγιής και η ίδια δεν είχε ακόμη προδοθεί στα ερωτικά της.

Η «κυρία», στα είκοσι οκτώ συνολικά αφηγήματα, ονομάζεται Έλλη Μερτζάνη. Σε αντίθεση με τις δασκάλες της ανθολογίας, άρα και της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο βαθμό που ο Ακρίβος έκανε επιμελή ανίχνευση, οι οποίες περιγράφονται μάλλον αντιπαθείς, αυτή είναι γεμάτη κατανόηση και τρυφερότητα. Επιπροσθέτως, διαθέτει χιούμορ, όχι δηκτικό αλλά της ίδιας λεπτής αίσθησης με εκείνο που επιδεικνύει η συγγραφέας.

Τα αφηγήματα είναι μικρής έκτασης και τιτλοφορούνται είτε με ένα στίχο σεφερικό ή άλλου γνωστού ποιητή είτε με το επιμύθιο, που ταιριάζει στα εκάστοτε ανιστορούμενα. Φαίνεται πως η μνήμη της «κυρίας» συγκράτησε περισσότερους μαθητές, καθώς σε 17 αφηγήματα πρωταγωνιστούν αγόρια, έναντι 9, που αφιερώνονται στις αλλοτινές μαθήτριές της. Παλαιότερα, με αφορμή τα διηγήματα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, σχολιάζαμε πόσο κερδίζει η αφήγηση όταν ξεκινάει με τον προβολέα να πέφτει στο κεντρικό πρόσωπο. Η Στασινοπούλου, ως εισαγωγή, ονοματίζει, με μικρό όνομα και επίθετο, τους νεαρούς ήρωές της, συνεχίζει περιγράφοντας το παρουσιαστικό τους και ολοκληρώνει με τις μαθητικές τους αποδόσεις και τη συμπεριφορά τους στην τάξη. Συνήθως προσδιορίζει και την οικογενειακή τους κατάσταση ως υπαινιγμό της κοινωνικής τους προέλευσης. Αν επρόκειτο για μυθοπλαστικά αφηγήματα, θα σημειώναμε την αδυναμία της να καλύψει ολόκληρο το φάσμα του μαθητόκοσμου. Ανεξάρτητα με τον χαρακτήρα που σκιαγραφεί, μοναχικό, επιφυλακτικό, επιθετικό, σε όλους υπερισχύει η εφηβική αφέλεια, κι ας πρόκειται, τις περισσότερες φορές, για μαθητές Λυκείου. Απουσιάζουν οι βίαιοι, οι κακεντρεχείς και γενικότερα, οι αντιπαθείς τύποι. Οπως φαίνεται, την προδίδει η μνήμη της που λειτουργεί, ίσως και ασύνειδα, εξωραϊστικά.

Μετά έρχεται ο σκηνικός χώρος. Για τα πρώτα χρόνια της φρεσκοδιορισμένης «κυρίας», σχολεία της επαρχίας· για τα μετέπειτα, Γυμνάσια και Λύκεια της πρωτεύουσας, καθώς φαίνεται ότι στάθηκε τυχερή στις μεταθέσεις. Συνήθως δεν προσδιορίζεται η χρονολογία και μόλις που αναφέρονται τα σχολεία. Οταν, ωστόσο, ξανοίγεται σε περιγραφές, σκιαγραφεί εικόνες του πικραμένου από τις εκτελέσεις αλλά πανέμορφου χωριού, που ήταν τα Καλάβρυτα στα πρώτα χρόνια της Δικτατορίας, ή, κατά την εκπνοή της Επταετίας, της πλούσιας αλλά χωρίς ξενοδοχείο πόλης των Μεγάρων. Σε μια αδιευκρίνιστη χρονολογία, το Μενίδι προβάλλει σαν ένας παράδεισος με εκτάσεις καλλιεργημένων λουλουδιών, που τέλειωναν εκεί όπου άρχιζαν τα αγριολούλουδα της Πάρνηθας. Στα σχολεία της Αθήνας έχουν ενδιαφέρον οι, έστω και λιγοστές, πληροφορίες για τους μαθητές που αυτά συγκέντρωναν. Για παράδειγμα, στο Α' Πειραματικό Γυμνάσιο της Πλάκας πήγαιναν, χάρις στο τρένο, μαθητές από την Καλλιθέα, ακόμη και από το Πασαλιμάνι. Ενώ, το Λύκειο στα Πευκάκια μάζευε τη νεολαία των Εξαρχείων.

Ολα αυτά η Στασινοπούλου τα αφηγείται επί τροχάδην, περιορίζοντας περιγραφές και πληροφορίες στις απαραίτητες για τη διήγηση του συμβάντος, στο οποίο επικεντρώνεται. Και πράγματι, όσα θυμάται είναι διασκεδαστικά, καθώς δίνει τον τόνο με τους διαλόγους δασκάλου-μαθητή στην εφηβική αργκό. Οι πλέον ευτράπελες στιχομυθίες αφορούν την ελλιπή γνώση της ελληνικής, ενώ τα αποκαλούμενα «μαργαριτάρια» των μαθητών αντλούνται από την ημιτελή μάθηση της αρχαίας. Πίσω από το γέλιο, που προκαλούν τα αφηγήματα, έρχεται η θλίψη για μια κακοσχεδιασμένη παιδεία, που, όσο φιλότιμος και να είναι ο δάσκαλος και συστηματική η διδασκαλία του, δεν παρακάμπτεται.

Για να επισημάνει κανείς αρετές και αδυναμίες του βιβλίου θα πρέπει να αποφασίσει από ποια πλευρά το κοιτάζει. Αν το αντιμετωπίσει σαν εκείνο που δηλώνει ότι είναι, δηλαδή απόσταγμα μνήμης παιδαγωγικής και παιδαγωγού, τότε έχει επιτύχει. Πράγματι, είναι ένα ευχάριστο ανάγνωσμα που, αποφεύγοντας τον διδακτισμό, δείχνει το πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται οι έφηβοι και το πώς οικοδομούνται οι διαπροσωπικές σχέσεις δασκάλου-μαθητή προς όφελος αμφοτέρων. Αν, όμως, θελήσει να σταθμίσει τα αφηγήματα αποκλειστικά ως αφηγήματα, τότε μάλλον υστερούν. Κι αυτό, λόγω της πειθαρχίας που τηρήθηκε κατά το άπλωμα της αφήγησης, ακολουθώντας έναν ομοιόμορφο σκελετό. Ας ελπίσουμε ότι «το κενό εργασίας» θα φέρει μια δεύτερη δοκιμή, μορφικά απαγκιστρωμένη από αυστηρές δεσμεύσεις.

εκδόσεις Κίχλη, σ. 100, ευρώ 11,10

Πηγή: Ελευθεροτυπία


Read more!

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Las Migas "Tangos de la Repompa" Sílvia Pérez Cruz: Μια υπέροχη φωνή!

Las Migas "Tangos de la Repompa"


Read more!

Τόσο απολαυστική γραφή... Ο ΒΡΙΚΟΛΑΚΑΣ... Από τη Χάρτινη Ζωή της Παυλίνας Παμπούδη

1 Ο ΒΡΙΚΟΛΑΚΑΣ

Το κερκέλι με τη λιονταροκεφαλή χτύπησε τρεις φορές δυνατά πάνω στο πολύπαθο ξύλο της εξώπορτας. Βιαστικά βήματα ακούστηκαν στο χολ. Οι μεντεσέδες έτριξαν, ο θόρυβος της βροχής δυνάμωσε για μια στιγμή, ο ακίνητος αέρας του σπιτιού μετατοπίστηκε βίαια από τη νυχτερινή εισβολή. Τα κρυσταλλάκια του πολυέλαιου ντιντίνισαν. Μετά η πόρτα έκλεισε και συρτώθηκε. Σιγανές αντρικές φωνές απομακρύνθηκαν προς τη μεγάλη σάλα. Η Γαλάτεια στο πάνω πάτωμα, ορθή στη μέση της κάμαράς της, αφουγκραζόταν τρέμοντας. Δεν ήταν απ’ το κρύο που έτρεμε – κι ας φορούσε μόνο αυτά τα λεπτά βατιστένια εσώρουχα με τα κεντήματα, κι ας πατούσε τα κερωμένα σανίδια ξυπόλητη, με τις μεταξωτές της κάλτσες. Ήταν από φόβο. Πήγε στις μύτες των ποδιών και κάθισε άκρη άκρη στο κρεβάτι, στητή, γιατί το κορσεδάκι με τα πολλά κορδόνια που μόλις πριν λίγο της είχε σφίξει η Βηθλεέμ, έκοβε την ανάσα. Κοίταξε γύρω. Το φως της λάμπας ήταν πολύ χαμηλωμένο· το ταβάνι χανόταν στο σκοτάδι και πηχτοί ίσκιοι κατέβαιναν γλείφοντας τους τοίχους. Ο μεγάλος πίνακας με το τοπίο της λίμνης φαινόταν σαν μουτζαλιά. Αν παρατηρούσες προσεχτικά, μέσα του έβλεπες δεκάδες μορφές: εκεί που διαγράφονταν τα δαντελωτά κενά ανάμεσα στις κλαίουσες ιτιές και τα φυλλώματα των άλλων δέντρων, διακρινόταν τώρα ένα γκροτέσκο προφίλ γριάς (μια Μοίρα, σκέφτηκε η Γαλάτεια), ένα καράβι αναποδογυρισμένο, μια φιγούρα με φτερά νυχτερίδας (ένας κακανθρωπισμένος – ένας βρικόλακας, από τις ιστορίες που έλεγε η Βηθλεέμ), κι ένα ζώο με παραπανίσια πόδια. Αν συνέχιζε να κοιτά, θα τα έβρισκε όλα τα σημάδια, αλλά σήμερα δεν ήθελε- φοβόταν. Το κορίτσι το έπαιζε συχνά αυτό το παιχνίδι με τις σκιές, εντόπιζε οιωνούς για την επόμενη μέρα και τους ερμήνευε. Πότε με τη λάμπα, ξεκουράζοντας τα μάτια της από το διάβασμα, πότε πριν κοιμηθεί, με το φεγγάρι που γλιστρούσε απ’ τα μισόκλειστα πατζούρια. 

 Κάθε φορά, στους ίδιους χώρους, έβρισκε όλο διαφορετικές μορφές και σχήματα. Το τοπίο της λίμνης ήταν ο πρώτος της πίνακας. Αντίγραφο από μια καρτ ποστάλ που είχε στείλει ο μπαμπάς από την Ιένα. Τις δυο σπουδές δεξιά και αριστερά απ’ το παράθυρο με τα βαριά στόρια, τις είχε ζωγραφίσει τον Γενάρη – πόσος καιρός είχε περάσει από τότε... Ήταν οι χειμωνιάτικοι καρποί με τα πιο καλοκαιρινά χρώματα: χρυσαφιά εσπεριδοειδή σε μια γαλάζια πιατέλα, δεξιά. Αριστερά, πράσινα μήλα πάνω στο βαθυκόκκινο τραπεζομάντιλο. Και στους δυο πίνακες υπήρχε κάπου το ίδιο μαχαίρι, με τα δοντάκια και την ξύλινη λαβή. Τώρα, στο ημίφως, όλα σαν να έδειχναν πάλι την πρώτη τους φάση, το σχέδιο με το κάρβουνο, το αρχικό τους μαύρο – και το τελικό. Πάνω από το κομμό κρεμόταν ένας ακόμη πίνακας. Αυτός ήταν ο πιο πρόσφατος. Μακρόστενος και με μάλλον περίεργο θέμα: ένα κοράκι πάνω στο γυμνό κλαδί μιας συκιάς. Εκείνη τη στιγμή φωτιζόταν έντονα το ράμφος του. Φαινόταν να μακραίνει και να στοχεύει δυσοίωνα στον άλλο τοίχο, στην εικόνα του Ευαγγελισμού – το μόνο έργο εκεί μέσα που ήταν αλλουνού. Το είχε ιστορήσει ένας καλόγερος, στους γάμους της άλλης Γαλάτειας, της γιαγιάς της. Η Γαλάτεια συνέλαβε για πρώτη φορά μιαν ανοίκεια έκφραση τρόμου στο σκοτεινό πρόσωπο της Παναγίας. Η λάμψη του αρχάγγελου, σαν δίχτυ, την παγίδευε στη γωνιά της, κι η Παρθένος έμοιαζε σαν να ήθελε να ξεφύγει από την ευλογία. Ήταν εξαιτίας της φλόγας που τρεμόπαιζε; Αν όμως ο καλόγερος είχε κατορθώσει να δώσει και πλάγιο φωτισμό από τ’ αριστερά, τότε, η αιωνιότητα μπορεί να ισορροπούσε πραγματικά στο σωστό χρονικό σημείο – (Τι ακατάληπτη σκέψη ήταν αυτή που πέρασε απ’ το μυαλό της;) Την έδιωξε γρήγορα, σίγουρα δεν ήταν δική της, ούτε όμως και του καλόγερου θα ήταν. 

Είχε παρατηρήσει ότι συχνά, ιδίως τη νύχτα, στριφογύριζαν στην κεφαλή της τέτοιες αδέσποτες, μυριάδες, σκέψεις, σαν ψυχές γύρω από αναμμένη λάμπα. Αναστέναξε. Εκείνη δεν θα ξαναζωγράφιζε πια. Το καβαλέτο και το βαλιτσάκι της ήταν ταχτοποιημένα βαθιά μέσα στο ντουλάπι του μπουντουάρ. Θα τα έδινε κάποτε στη θυγατέρα της, σκέφτηκε τολμηρά, και ένιωσε τα μάγουλά της να πυρώνουν. Βέβαια, τώρα θα έκανε και μωρό. Θυμήθηκε ξαφνικά τη μέρα, πριν από οχτώ χρόνια, που η Βηθλεέμ είχε έρθει να την ξυπνήσει για να πάει σχολείο, κι αυτή δεν σηκωνόταν απ’ το κρεβάτι. Είχε κουκουλωθεί, είχε γυρίσει απ’ τη μεριά του τοίχου, κουβαριασμένη, και περίμενε ν’ αποθάνει. «Δεν θα ξαναπάω σχολείο. Πετούσα πάλι στον ύπνο μου κι έπεσα σε γκρεμό, τρέχουν αίματα, θ’ αποθάνω», της είπε πνιχτά, με την κεφαλή κάτω απ’ την κουβέρτα. Η Βηθλεέμ ξαφνιάστηκε λίγο, μετά χαμογέλασε και μετά αναστέναξε. Τη σήκωσε αποφασιστικά απ’ το κρεβάτι, την έστησε ορθή, την έγδυσε, κι άρχισε να μαζεύει σε μπόγο και τ’ άλλα ρούχα, μουρμουρίζοντας, «Άντε πάλι να στένω καζάνι, προχτές είχαμε πλύση, δεν ήταν να σου’ρχονταν προχθές;» Πήρε την κανάτα απ’ το κομμό, έχυσε λίγο νερό στην πορσελάνινη λεκάνη και της έπλυνε τα μπούτια μ’ ένα πανί. Η Γαλάτεια έκλαιγε σιγανά. Ένιωθε ένα βουβό πόνο στην κοιλιά, αλλά χειρότερα από τον πόνο ήταν η τρομάρα και η ντροπή της. Το νερό στη λεκάνη έγινε κατακόκκινο. Η Βηθλεέμ βρήκε στο συρτάρι ένα προσόψι και το στερέωσε με δυο παραμάνες, τετράδιπλο, στο μάκρος, πάνω σ’ ένα καθαρό εσώρουχο. Το έδωσε στο κορίτσι να το φορέσει, και μετά την έντυσε με την ποδιά του σπιτιού. «Άντε, δεν έχει σήμερα σχολειό», της είπε. «Θα πέψω μήνυμα στη δασκάλα με τον Λύσανδρο πως είσαι ανήμπορη. Κάτσε εδώ παέ και διάβασε τα βιβλία σου.» Τη χτένισε κι έπλεξε την κοτσίδα της, αλλά, αντί να την αφήσει να κρέμεται στη ράχη, όπως κάθε πρωί, τη στρούφιξε και την έφερε βόλτα στην κεφαλή της, σαν στεφάνι, και την κάρφωσε με φουρκέτες που έβγαλε από τα δικά της μαλλιά. «Είσαι γυναίκα, μπλιο, κακορίζικο», σχολίασε λακωνικά. Η Γαλάτεια ήταν πολύ καλοαναθρεμμένη, ήξερε πως τα παιδιά δεν πρέπει να ρωτάνε, αλλά δεν άντεξε. «Θα γίνω καλά; Πε μου, τι αρρώστεια είναι αυτά τα αίματα;» Η Βηθλεέμ άδειασε τη λεκάνη με το ματωμένο νερό απ’ το παράθυρο. «Της Εύας η κατάρα, είναι», της είπε με χαμηλή φωνή. «Και των θυγατέρων της. Πα’ να πει πως τώρα μπορείς και του λόγου σου να κάνεις μωρό.» Η Γαλάτεια τρομοκρατήθηκε ακόμα πιο πολύ. «Θα κάνω μωρό;» «Όντε θα σε παντρέψουν. Πρέπει πρώτα να το βλοήσει παπάς, αλλιώς είναι αμαρτία μεγάλη.» «Πότε θα με παντρέψουν;» «Σ’ έπιασε η βιάση; Οχτώ χρόνων είσαι, δα!» Η Γαλάτεια δεν καταλάβαινε. «Τι έχουν να κάμουν με το μωρό αυτά τα αίματα;» «Τα αίματα είναι από κοπέλι ακάμωτο – που δεν κατέχεις ακόμη να το κάμεις και του λείπει πράμα και ψυχή κι αποθνήσκει. Κάθε μήνα θα τα βλέπεις αυτά τα αίματα και θα μου λες εμένανε κρυφά να σου δίνω τα πανιά σου. Μην τ’ αναθιβάνεις άλλο – η μαμά σου λέει πως δεν είναι καθώς πρέπει κουβέντες ετούτες.» Η Γαλάτεια δεν θα το ξανακουβέντιαζε. 

Κατάρα, αμαρτία, μισά μωρά που έσταζε το αίμα τους – η εικόνα ήταν φριχτή. Την καταχώνιασε βαθιά στο μυαλό της, τόσο βαθιά, που της ήρθε ζάλη κι έχασε τον κόσμο. Μέχρι την αποψινή βραδιά δεν το’χε ξανασκεφτεί. Τώρα, όμως, είδε πάλι, σαν μέσα σε αστραπή, ολοζώντανη τη σκηνή. Απόψε θα την πάντρευαν. Μετά από εκατό περίπου, μισοκαμωμένα και πεθαμένα μωρά, θα έδινε επιτέλους την ευλογία ο παπάς και θα σταματούσε αυτός ο εφιάλτης. Θα έκανε ένα ζωντανό. Μια θυγατέρα όμορφη σαν την κουτσούνα της, και θα τη στόλιζε και θα την έπαιζε και θα της τραγουδούσε. Γύρισε τα μάτια προς τον καθρέφτη της τουαλέτας – κάτι που απέφευγε να κάνει τόση ώρα – και κοιτάχτηκε κλεφτά. Τα πυκνά της μαλλιά ήταν σηκωμένα σε κότσο, σκιές της βάραιναν τα βλέφαρα. Στη λακουβίτσα του λαιμού, ο σφυγμός της διακρινόταν να χτυπά δυνατά. Το μπουστάκι πίεζε τα μικρά της στήθη, που ήδη από το σφίξιμο του κορσέ ανέβαιναν αφύσικα ψηλά και την πονούσαν. Έμοιαζε με κάποια άλλη – δεν είχε πια καμιά σχέση με τη χθεσινή μαθήτρια του Γ’ Χριστιανικού Παρθεναγωγείου – ήταν σαν να τα είχε μάθει ξαφνικά όλα και να είχε αποφοιτήσει βιαίως. Της είχαν βγάλει και τα κοριτσίστικα σκουλαρίκια με τις γαλάζιες πέτρες. Τώρα, φορούσε, σαν κυρία, τα κρεμαστά σκουλαρίκια της μαμάς της, βαρύτιμα, με μαργαριτάρια σε σχήμα δακρύων. Το ξαφνικό άνοιγμα της πόρτας την έκανε ν’ αναπηδήσει τρομαγμένη. Η Βηθλεέμ μπήκε βιαστική στο δωμάτιο. Οι σκληρές γωνίες του προσώπου της και τα σμιχτά της φρύδια της έδιναν μια μόνιμη αγριωπή έκφραση – αλλά τώρα φαινόταν πιο θυμωμένη απ’ ότι συνήθως. «Στον καταραμένο τόπο, Μάη μήνα βρέχει», δήλωσε. «Μου έκαμαν τη σάλα με τα στιβάνια τους... Έλα μάθκια μου ν’ αρχίσεις να ντύνεσαι και να ποδένεσαι.» Έκλεισε την πόρτα και πήγε ν’ ανεβάσει λίγο το φυτίλι της λάμπας. Το δωμάτιο φωτίστηκε. «Η μαμά σου θα τους τρατάρει τώρα, θα σταθεί και στις υπογραφές, απέ θ’ ανέβει. Ο παπάς δεν ξαργεί.» «Ο – Ελόγου του ήταν που ήρθε;» ρώτησε η Γαλάτεια. «Ναι. Κι ο συμβολαιογράφος. Αντάμα. Πάτα στο ταπέτο, θα ξεγιβεντίσεις τις κάρτσες σου.» «Είδες τον; Πώς είναι;» Η Βηθλεέμ άνοιξε την καρυδένια ντουλάπα και το νυφικό αιωρήθηκε μια στιγμή στο ρευματάκι σαν φάντασμα. Τοπήρε στην αγκαλιά της κι άπλωσε με προσοχή τη λεπτοδουλεμένη βενετσιάνικη δαντέλα στο κρεβάτι. «Πώς είναι τον; Ο άντρας που σου δίνει ο κύρης σου; Άσπρος, μαύρος, αψηλός, κοντακιανός – η τύχη σου είναι.» Δίπλωσε τη μακριά ουρά και την έστρωσε στο πλάι. «Μα έτσι δα, φουρ φουρ, μες στη νύχτα... Όλα τα κορίτσια –« ‘εκανε να πει η Γαλάτεια και σταμάτησε. «Μωρέ, αν δεν γινόταν έτσι, φουρ φουρ... Εσύ, αθιβολή δεν έχεις, κακορίζικο. Εμ, ίντα τόθελε να γυρνά ο κύρης σου στα χωριά και να κάνει κόμματα για τον Βενιζέλο; Πολιτικά και κουζουλάδες. Και τώρα; Κύριος οίδε τι θα κάμουν οι άλλοι ταχυά. Άμα ξανοίξει η μέρα, περιουσίες θα χαθούν. Μπορεί και κεφαλές. Φώτιση είχε να τα περάσει όλα στ’ όνομά σου με το προικοσύμφωνο και να σωθείτε. Ξα’ του. Φόρα πρώτα τα μποτίνια σου κι έλα επαέ να σε ντύσω, μην ξεχουρδιστείς.» Καθώς ξαναστράφηκε προς τη ντουλάπα συμπλήρωσε μές απ’ τα δόντια της «απού λυπάται ξένο κρέας, τρων οι σκύλοι το δικό του.» Η Γαλάτεια πήρε τα άσπρα ψηλοτάκουνα μποτίνια που της είχε δώσει η Βηθλεέμ, έσκυψε με δυσκολία, τα φόρεσε κι άρχισε να τα κουμπώνει. «Κι άμα δεν είναι καλός;» «Κακό άνθρωπο δεν θα σούδινε ο κύρης σου. Κατέχει τα δα αυτός.» «Μα μήτε και λόγου του τον ξέρει. Ξένος είναι.» «Ρώτηξε κι έμαθε. Θα ’βαζε, μαθές, όποιον όποιον στο σπίτι του;» 

Η Γαλάτεια στάθηκε ορθή, έσκυψε κι άφησε να της περάσει σιγά σιγά το νυφικό απ’ το κεφάλι, προσέχοντας να μη χαλάσουν τα μαλλιά της. Η Βηθλεέμ άρχισε να κλείνει τις κόπιτσες πίσω. Μετά, της έστρωσε τα κατσαρά στο μέτωπο. Οπισθοχώρησε για να την καμαρώσει και το στυφό της πρόσωπο γλύκανε. «Χαρώ το εγώ! Σαν ρηγοπούλα είσαι!» Μετά, το πρόσωπό της σφίχτηκε πάλι. Πήγε ως την πόρτα και τη μισάνοιξε. «Θαρρώ τέλειωσε το κοσσούλτο, έρχεται η μαμά σου. Το μπονεδάκι, γλήγορα!» Της φόρεσε το νταντελένιο μπονεδάκι και το στερέωσε μ’ ένα στεφάνι από πέρλες. Μετά, σήκωσε την ουρά του νυφικού και τη δίπλωσε όμορφα στο μπράτσο της Γαλάτειας. «Έτοιμη, κυρία Γαλάτεια! Ξάνοιγε, θα μείνεις ορθή, ντρέτη και φρόνιμη μέχρι να κατέβεις.» Την κοίταξε εξεταστικά. «Δε μου λες, κατέεις πράμα για την πρώτη νύχτα του γάμου;» Η Γαλάτεια σήκωσε τα μάτια απορημένη. «Καλά. Θα σου πει η μαμά σου. Ανεβαίνει. Εγώ γιαγέρνω στην κουζίνα να δω το γαμοπίλαφο.»

.................................................................................................................................. 

Τώρα, η Γαλάτεια βρισκόταν στο κρεβάτι, κουκουλωμένη κάτω από τα φρέσκα, μοσχοβολιστά σκεπάσματα. Η Βηθλεέμ την είχε γδύσει, της είχε φορέσει την καινούργια νυχτικιά, της είχε βουρτσίσει με ιδιαίτερη επιμέλεια τα μαλλιά, και την περίμενε ώσπου να πλαγιάσει. Είχε αφήσει τη λάμπα αναμμένη φεύγοντας, και της είχε πει, σχεδόν χαμογελαστά, «καλό ξημέρωμα και να ’χει την ευκή της». Νύσταζε, αλλά δεν τολμούσε να κλείσει τα μάτια. Ο «σύζυγός» της θα ερχόταν σε λίγο να κοιμηθεί κι αυτός στην κάμαρά της. Ένιωθε μπερδεμένη. Κάτι δεν της πήγαινε καλά. Εντάξει, το ήξερε πως οι παντρεμένοι κοιμούνται συνήθως στην ίδια κάμαρα - όπως και οι γονείς της-, αλλά αυτοί γνωρίζονται χρόνια. Πώς αυτός, έτσι, από την πρώτη συνάντηση; Η Γαλάτεια ένιωθε ζαλισμένη. Είχε πιει κρασί, απ’ αυτό του Ιερόθεου – τι ωραίο που ήταν! Βυσσινί, διαυγές και πυκνό, σαν μετάληψη. 

Με άρωμα σταφυλιού και με γεύση γλυκιά και στυφή μαζί. Κυλούσε στο λαρύγγι σαν γαργαλητό, ζέσταινε το στήθος κι άφηνε στο στόμα μιαν άχνα από σάρκα ελιάς. Το τραπέζι είχε στρωθεί με το μεγάλο λινό τραπεζομάντιλο απ’ τα προικιά της. Στις τέσσερις άκρες υπήρχε το κοφτό κέντημα που τόσο την είχε παιδέψει και το υπερκαλλιγραφημένο μονόγραμμα ΓΒ. Είχαν βάλει και τα καλά σερβίτσια, τ’ ασημένια μαχαιροπίρουνα και τα ποτήρια με τη χρυσαφένια μπορντούρα. Η Γαλάτεια, σκυμμένη στο πιάτο, έριχνε στον «σύζυγό» της, τον Μωϋσή, κλεφτές ματιές – δεν ήταν ούτε ωραίος ούτε άσχημος. Η μύτη του μόνο τραβούσε την προσοχή με το μήκος και την κλίση της. Τα μάτια του, μια στιγμή που τα βλέματά τους συναντήθηκαν κι εκείνη ντροπιάστηκε, ήταν μαύρα και ανήσυχα, δεν μπορούσαν να σταθούν σ’ ένα σημείο. (Σαν μπάμπουρες, σκέφτηκε.) Κοντακιανός μάλλον, κι αχαμνός, δεν έμοιαζε καθόλου με τον πρίγκιπα που ονειρεύονται τα κορίτσια – τ’ άλλα κορίτσια δηλαδή, όχι εκείνη· εκείνη δεν ήθελε καθόλου να παντρευτεί. Όχι, δεν ήθελε. Κι όμως, να. Εδώ και δυο ώρες, ξαφνικά, ήταν παντρεμένη. Είχε σταθεί στο πλευρό αυτού του άγνωστου, ο παπά Ιερόθεος είπε μπουρ μπουρ τα λόγια της ευλογίας, ο κύριος Τζες – ο συμβολαιογράφος – και τώρα σύντεκνος- άλλαξε τα στέφανα και, μετά, ο κύρης της ασπάστηκε τους «συζύγους» και τους έδωσε την ευχή του. 

Η Βηθλεέμ δάκρυσε, καθώς και το Γιασεμί, η δούλα του σύντεκνου, που είχε έρθει να βοηθήσει. Η μαμά, στον κόσμο της όσο ποτέ, χαμογέλασε κοσμικά και είπε αμέσως «Περάστε τώρα στην τραπεζαρία.» Τόσο απλό ήταν. Άσπρα μεγάλα κεριά άναβαν στα δυο βαριά σαμντάνια πάνω στον μπουφέ. Η βάση τους ήταν περίτεχνα σκαλισμένη. Τι ακριβώς συμβόλιζε το σύμπλεγμα; Αναφερόταν σε κάποιον μύθο; Ποτέ δεν είχε ρωτήσει τον μπαμπά σχετικά. Ένας πελαργός και τυλιγμένο γύρω του ένα φίδι. Το φίδι έπνιγε τον πελαργό; Ο πελαργός σκότωνε το φίδι; Η Γαλάτεια ήταν καθισμένη ακριβώς απέναντι και η φλόγα των κεριών σαν να την υπνώτιζε. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί και να παρακολουθήσει τη συζήτηση. Μα δε γινόταν και κανονική συζήτηση. Υπήρχε μια αμηχανία. Η μαμά ρωτούσε κάθε τόσο ευγενικά αν θέλουν λίγο από τούτο και λίγο απ’ τ’ άλλο. Οι άντρες έπιναν συνέχεια και δεν πολυμιλούσαν. Ο σύντεκνος έτρωγε απίστευτες ποσότητες με γοργό ρυθμό και, κατά τ’ άλλα, άνοιγε το στόμα του μόνο για να πει «ναι, ευχαριστώ». Ο πεθερός, με μεγάλες παύσεις ανάμεσα, ζητούσε πληροφορίες από τον γαμπρό για τα μέρη του στην Καπαδοκία, για τους μεταξοσκώληκες – αν απέδιδε η σηροτροφία. Αυτός, ο Μωυσής, έδινε πολύ φτωχές απαντήσεις που δεν βοηθούσαν καθόλου την κουβέντα. Η φωνή του αντηχούσε λίγο δυσάρεστα, τραχειά και σκουριασμένη, σε σύγκριση με την καλλιεργημένη φωνή του πεθερού. Η Γαλάτεια συνέκρινε αυτό το «γλέντι» του γάμου της με τα τραπέζια των Βορεάδηδων, όπου οι λόγιοι συνδαιτημόνες τιμούσαν πάντα το εκλεκτό φαγητό και το κρασί συνοδεύοντάς τα με ζωηρούς λεκτικούς διαξιφισμούς επί φιλολογικών ζητημάτων που κατέληγαν, πολλές φορές, σε ομηρικούς καυγάδες. Τον τελευταίο χρόνο είχε κερδίσει το δικαίωμα να συμμετέχει κι εκείνη πότε πότε, με καμιά ερώτηση ή ακόμα και παρατήρηση. Τώρα, σαν παντρεμένη γυναίκα, θα μπορούσε να είναι πιο τολμηρή. Να, ήδη, σήμερο, πρώτη μέρα, κι είχε μείνει στο τραπέζι με τους «μεγάλους» μέχρι τα μεσάνυχτα. Όχι, τώρα ήταν μεσάνυχτα ακριβώς. Σκεφτηκε πως θα έπρεπε να κάνει πιπί. Αργότερα, με τον ξένο άνθρωπο εκεί μέσα, δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το αγγείο νυκτός. Σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα να βάλει τον σύρτη. Εκείνη τη στιγμή άκουσε τη σκάλα να τρίζει. Ήταν αργά. Θα μπορούσε ίσως να του πει να περιμένει λίγα λεπτά; Ώσπου ν’ αποφασίσει τι έπρεπε να κάνει, ο Μωυσής βρισκόταν κιόλας μέσα στο δωμάτιο. Η Γαλάτεια, ντροπιασμένη που την έβλεπαν με το νυχτικό, έτρεξε να χωθεί πάλι στο κρεβάτι. Ο Μωυσής την πρόφτασε. Την έπιασε απότομα από τους ώμους και τη γύρισε προς το μέρος του. Κόλλησε πάνω της αναγκάζοντάς τη να γείρει προς τα πίσω. Η Γαλάτεια, τρομαγμένη, άνοιξε το στόμα να διαμαρτυρηθεί. Τα δόντια της χτύπησαν πάνω στα δικά του. Τη δάγκωσε. Η γλώσσα του, σκληρή, χώθηκε ανάμεσα στα χείλη της. Προσπάθησε να τον απωθήσει, χτυπώντας τον αδύναμα στο στήθος. Την έσπρωξε μ’ όλο του το βάρος προς το κρεβάτι – ένα γελοίο τρέκλισμα από ένα δικέφαλο τετράποδο. Την ίδια στιγμή, τα χέρια του την πασπάτευαν άγρια, παντού, σηκώνοντάς της τη νυχτικιά μέχρι το κεφάλι. «Πανάθεμά το!» μούγκρισε πνιχτά. Είχε μπλέξει με μια κορδέλα και την τραβούσε να τη σπάσει. Η Γαλάτεια έχασε την ισορροπία της κι έπεσε διαγώνια στο στρώμα. Πάλευε να πάρει ανάσα. Άκουσε το χσσς από το εσώρουχό της που της το έσκιζε. Έπεσε πάνω της. Ένιωσε ένα δυνατό πόνο στα σωθικά και τα δόντια του να βυθίζονται στο λαιμό της. Ούρα και αίμα πλημμύρισαν τα λευκά στρωσίδια. Πριν λιποθυμήσει κατάλαβε πως αυτός δεν ήταν άνθρωπος – ήταν ο ΒΡΙΚΟΛΑΚΑΣ. Τους είχε ξεγελάσει όλους – ακόμα και τον κύρη της- και τώρα θα την έτρωγε ζωντανή. 

Παυλίνα Παμπούδη
(ΧΑΡΤΙΝΗ ΖΩΗ, Ροές, 2003)


Read more!

Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

Θερινής νυκτός

Θερινής νυκτός
Μια υπέροχη δουλειά της Παυλίνας Παμπούδη,σε βίντεο και στίχο δικό της... Χάδι η μουσική κι η φωνή της Αρλέτας...


Read more!

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

"Se llama copla" Ο διαγωνισμός τραγουδιού στην Ανδαλουσία. Αεράκι του Νότου...υψηλών απαιτήσεων και προδιαγραφών.

"Se llama copla"


Alejandra Rodriguez - Campanas de Linares


Veronica Rojas - El emigrante


Alejandra Rodriguez - El emigrante


Alejandra Rodriguez, No puedo vivir contigo

Anaraida Sanchez - Maria de la O

Fran Doblas - Silencio por un torero

Patricia del Rio - Sevillanas populares

Jonás Campos, 'Señorita'

Alvaro Vizcaino Ortega - Córdoba de mis amores (Córdoba, tierra judia)


Read more!

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Luciano Pavarotti: Mamma, son tanto felice ...Charles Aznavour, Claudio Villa:La mamma

Luciano Pavarotti Mamma, son tanto felice 

Mamma, son tanto felice
perché ritorno da te.
La mia canzone ti dice
ch'è il più bel sogno per me!
Mamma son tanto felice...
Viver lontano perché?

Mamma, solo per te la mia canzone vola,
mamma, sarai con me, tu non sarai più sola!
Quanto ti voglio bene!
Queste parole d'amore che ti sospira il mio cuore
forse non s'usano più,
mamma!
ma la canzone mia più bella sei tu!
Sei tu la vita
e per la vita non ti lascio mai più!

Sento la mano tua stanca,
cerca i miei riccioli d'or.
Sento, e la voce ti manca,
la ninna nanna d'allor.
Oggi la testa tua bianca
io voglio stringere al cuor.

Mamma, solo per te la mia canzone vola,
mamma, sarai con me, tu non sarai più sola!
Quanto ti voglio bene!
Queste parole d'amore che ti sospira il mio cuore
forse non s'usano più,
mamma!,
ma la canzone mia più bella sei tu!
Sei tu la vita
e per la vita non ti lascio mai più!

Quanto ti voglio bene!
Queste parole d'amore che ti sospira il mio cuore
forse non s'usano più,
mamma!
ma la canzone mia più bella sei tu!
Sei tu la vita
e per la vita non ti lascio mai più!

Mamma... mai più!

C. A.Bixio & B.Cherubini (1940)

Villa Claudio - Mamma son tanto felice


Charles Aznavour - « La mamma »

Ils sont venus
Ils sont tous là
Dès qu'ils ont entendu ce cri
Elle va mourir,
La mamma
Ils sont venus
Ils sont tous là
Même ceux du sud de l'Italie
Y a même Giorgio, le fils maudit
Avec des présents plein les bras
Tous les enfants jouent en silence
Autour du lit ou sur le carreau
Mais leurs jeux n'ont pas d'importance
C'est un peu leurs derniers cadeaux
À la mamma

On la réchauffe de baisers
On lui remonte ses oreillers
Elle va mourir,
La mamma
Sainte Marie pleine de grâces
Dont la statue est sur la place
Bien sûr vous lui tendez les bras
En lui chantant
Ave Maria
Ave Maria
Y a tant d'amour, de souvenirs
Autour de toi, toi la mamma
Y a tant de larmes et de sourires
A travers toi, toi la mamma

Et tous les hommes ont eu si chaud
Sur les chemins de grand soleil
Elle va mourir, la mamma
Qu'ils boivent frais le vin nouveau
Le bon vin de la bonne treille
Tandis que s'entassent pêle-mêle
Sur les bancs, foulards et chapeaux
C'est drôle on ne se sent pas triste
Près du grand lit et de l'affection
Y a même un oncle guitariste
Qui joue en faisant attention
La mamma

Et les femmes se souvenant
Des chansons tristes des veillées
Elle va mourir, la mamma
Tout doucement, les yeux fermés
Chantent comme on berce un enfant
Après une bonne journée
Pour qu'il sourie en s'endormant
Ave Maria
Y a tant d'amour, de souvenirs
Autour de toi, toi la mamma
Y a tant de larmes et de sourires
A travers toi, toi la mamma
Que jamais, jamais, jamais
Tu nous quitteras...

Paroles: Robert Gall.
Musique: Charles Aznavour
Autres interprètes: Dalida, Isabelle Boulay

La mamma (CLAUDIO VILLA)


Read more!

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Amanecí en tus brazos...Chavela Vargas! Ξημέρωσα και πάλι στην αγκαλιά σου...


Ξημέρωσα και πάλι στην αγκαλιά σου
Και ξύπνησα κλαίγοντας από ευτυχία
Τύλιξα το πρόσωπό μου με τα χέρια σου
Για να συνεχίσεις να μ' αγαπάς όλη τη μέρα.

Εσύ ξύπνησες σχεδόν κοιμισμένη
Κι ήθελες κάτι να μου πεις δεν ξέρω τι
Όμως σφράγισα το στόμα σου με τα φιλιά μου
Και έτσι πέρασαν πολλές, πολλές ώρες.

Όταν έπεσε η νύχτα
Φάνηκε το φεγγάρι
Και μπήκε απ' το παράθυρο.
Τι πανέμορφο ήταν
Όταν το φως τ' ουρανού
φώτισε το πρόσωπό σου.

Εγώ σε ξαναπήρα στην αγκαλιά μου
Κι ήθελες κάτι να μου πεις δεν ξέρω τι
Όμως σφράγισα το στόμα σου με τα φιλιά μου
Και έτσι πέρασαν πολλές, πολλές ώρες.
Όταν έπεσε η νύχτα...

Εγώ σε ξαναπήρα στην αγκαλιά μου...


Read more!

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Bíró Gergő - A csitári hegyek alatt... Ουγγρικό λαϊκό τραγούδι!

A csitári hegyek alatt régen leesett a hó
Azt hallottam kis angyalom véled esett el a ló.
Kitörted a kezedet, mivel ölelsz engemet?
Így hát kedves kis angyalom nem lehetek a tied.

Amott látok az ég alatt egy madarat repülni
De szeretnék a babámnak egy levelet küldeni.
Repülj madár, ha lehet, vidd el ezt a levelet
Mondd meg az én galambomnak, ne sirasson engemet.

Arra alá van egy erdő, jaj, de nagyon messze van.
Kerek erdő közepében két rozmaringbokor van.
Egyik hajlik a vállamra, másik a babáméra,
Így hát, kedves kisangyalom Tied leszek valaha.


Read more!

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Αθάνατος! Θάνατος είναι η λήθη κι ο καλός μας άνθρωπος δεν θα περάσει σ' αυτήν ποτέ... θα ζει πάντα στην καρδιά μας!

Όλα είναι ατμός...
Το μόνο σίγουρο πράμα στη ζωή είναι ο θάνατος!
Θρασύβουλας!


Read more!

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Gonzalo Rojas...Και το αίμα μου πάγωσε βλέποντάς σε σιωπηλή, περικυκλωμένη από τις άλλες σιωπηλά τα όργανα και οι καρέκλες, και το βελούδινο χαλί, και οι καθρέφτες που αντέγραφαν μάταια την ομορφιά σου.



Έχασα τα νιάτα μου στα μπουρδέλα

Έχασα τα νιάτα μου στα μπουρδέλα
αλλά δεν σ' έχω χάσει
ούτε μια στιγμή, κτήνος μου,
μηχανή ηδονής, φτωχή μου μνηστή
ξεθεωμένη στο χορό.

Ξάπλωνα μαζί σου,
δάγκωνα τις θηλές σου μανιασμένα,
πνιγόμουν στο άρωμά σου κάθε νύχτα,
και την αυγή σε κοιτούσα
κοιμισμένη στην παλίρροια της κλίνης
ασυγκίνητη σαν βράχος στην τρικυμία.

Περνούσαμε από σένα σαν κύματα
όλοι όσοι σ' αγαπούσαμε. Κοιμόμασταν
με το ιερό κορμί σου.
Φεύγαμε από σένα αναγεννημένοι
από ηδονή, στον κόσμο.

Έχασα τα νιάτα μου στα μπουρδέλα,
αλλά θα έδινα την ψυχή μου
να σε φιλήσω στο φως των καθρεφτών
σ' εκείνο το σαλόνι,τον τάφο της σάρκας,
του τσιγάρου και του κρασιού.

Εκεί, πιο όμορφη ανάμεσα σ' όλες,
βασίλευες για μένα πάνω στα σύννεφα
της μιζέριας.

Σε χειμάρρους τα μάτια σου εκτόξευαν
ακτίνες πράσινες και γαλάζιες. Σε χειμάρρους
η καρδιά σου έβγαινε ως τα χείλη σου,
χτυπούσε αργά στο κορμί σου,
στα υπέροχα πόδια σου
και έσταζε στο πηγάδι απ' το βαθύ στόμα σου.

Μετά την ταβέρνα
ψηλαφώντας τη σκάλα,
ρίχνοντας κατάρες στο φως της νέας ημέρας
ένας δαίμονας είκοσι χρόνων,
μπήκα στο σαλόνι εκείνο το μαύρο πρωί.

Και το αίμα μου πάγωσε βλέποντάς σε σιωπηλή,
περικυκλωμένη από τις άλλες
σιωπηλά τα όργανα και οι καρέκλες,
και το βελούδινο χαλί, και οι καθρέφτες
που αντέγραφαν μάταια την ομορφιά σου.

Ένας χορός από πόρνες στα γόνατα
σε κάλυπτε, ω υπέροχη
φλόγα της ηδονής μου, και μέχρι δέκα κεριά
τιμούσαν με το θρήνο τους τη θυσία,
κι εκεί όπου λικνιζόσουν
γυμνή για μένα, όλα ήταν μυρωδιά
θανάτου.

Ποτέ δεν μπόρεσα να ικανοποιηθώ έτσι με καμία
επειδή απογειωνόμουν, καταβροχθισμένος
από τον σκοτεινό πόθο του κορμιού σου
όταν σ' εύρισκα ξαπλωμένη ανάσκελα,
και μου αφηνόσουν κρύο στο καυτό,
και σ' έχασα, και δεν μπόρεσα
να γεννηθώ από σένα άλλη φορά, και δεν μπόρεσα πια
παρά ταπεινωμένος, τρομακτικά μόνος
να ψάχνω το μυαλό μου στον κόσμο.

Gonzalo Rojas Pizarro (Lebu, 20 de diciembre de 1917 – Santiago, 25 de abril de 2011) Χιλιανός αγαπημένος ποιητής και καθηγητής που ανήκει στην  ποιητική «Γενιά του 1938». Χάθηκε πριν λίγες μέρες... Στο καλό!


Read more!