Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

Antonio Gamoneda: Κουβαλώ κρεμασμένα στην καρδιά μου τα μάτια μιας σκυλίτσας, και πιο κάτω, το γράμμα μιας χωριάτισσας μάνας.



Άσχημες μνήμες

Η ντροπή είναι ένα επαναστατικό συναίσθημα.
(Karl Marx)

Κουβαλώ κρεμασμένα στην καρδιά μου
τα μάτια μιας σκυλίτσας, και πιο κάτω,
το γράμμα μιας χωριάτισσας μάνας.

Όταν ήμουν δώδεκα χρόνων,
κάποιες μέρες, το σούρουπο,
κουβαλούσαμε στο υπόγειο μια σκυλίτσα
βρώμικη και μικρή.

Τη φέρναμε μ' ένα καλώδιο και στη συνέχεια
με βέργες και με σίδερα.
(Έτσι ήταν τότε. Έτσι ήταν.
Εκείνη έκλαιγε,
και σερνόταν εκλιπαρώντας, κατουριόταν,
και εμείς την κρεμούσαμε για να τη δείρουμε καλύτερα).

Εκείνη η σκυλίτσα μας ακολουθούσε
στα λιβάδια και στους λόφους. Ήταν
γρήγορη και μας αγαπούσε.

Όταν ήμουν δεκαπέντε χρόνων
μία μέρα, δεν ξέρω πώς, έφτασε σε μένα
ένας φάκελος με το γράμμα ενός στρατιώτη.

Του έγραφε η μητέρα του. Δεν θυμάμαι:
« Πότε έρχεσαι; Η αδελφή σου δεν μου μιλάει.
Δεν μπορώ να σου στείλω καθόλου λεφτά ...».

Και, στο φάκελο, διπλωμένα, πέντε γραμματόσημα
και τσιγαρόχαρτα για το γιο της.
«Η μητέρα σου που σ' αγαπάει».
Δεν θυμάμαι
το όνομα της μητέρας του στρατιώτη.

Εκείνο το γράμμα δεν έφτασε στον προορισμό του:
Έκλεψα απ' το στρατιώτη τα τσιγαρόχαρτά του
και κατέστρεψα τα λόγια που του έλεγαν.
Η ντροπή μου είναι τόσο μεγάλη όσο το σώμα μου,
αλλά ακόμη κι αν είχα το μέγεθος της γης
δεν θα μπορούσα να επιστρέψω και να χαλαρώσω
το καλώδιο από 'κείνη την κοιλιά ούτε να στείλω
το γράμμα του στρατιώτη.

Antonio Gamoneda, El animal que llora
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Malos recuerdos

"La vergüenza es un sentimiento revolucionario"
KARL MARX

Llevo colgados de mi corazón
los ojos de una perra y, más abajo,
una carta de madre campesina.

Cuando yo tenía doce años,
algunos días, al anochecer,
llevábamos al sótano a una perra
sucia y pequeña.

Con un cable le dábamos y luego
con las astillas y los hierros. (Era
así. Era así.
Ella gemía,
se arrastraba pidiendo, se orinaba,
y nosotros la colgábamos para pegar mejor).

Aquella perra iba con nosotros
a las praderas y los cuestos. Era
veloz y nos amaba.

Cuando yo tenía quince años,
un día, no sé cómo, llegó a mí
un sobre con la carta de un soldado.

Le escribía su madre. No recuerdo:
«¿Cuándo vienes? Tu hermana no me habla.
No te puedo mandar ningún dinero...»

Y, en el sobre, doblados, cinco sellos
y papel de fumar para su hijo.
«Tu madre que te quiere.»
No recuerdo
el nombre de la madre del soldado.

Aquella carta no llegó a su destino:
yo robé al soldado su papel de fumar
y rompí las palabras que decían
el nombre de su madre.

Mi vergüenza es tan grande como mi cuerpo,
pero aunque tuviese el tamaño de la tierra
no podría volver y despegar
el cable de aquel vientre ni enviar
la carta del soldado.

Antonio Gamoneda (Oviedo, España, 1931), Blues castellano, Gijón, 1982.

Δεν υπάρχουν σχόλια: