Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Prose du Transsibérien et de la petite Jehanne de France! Ένα αριστούργημα του Blaise Cendrars! Μια υπέροχη μετάφραση από τον Νίκο Ξένιο! Τον ευχαριστώ θερμά...


Νίκο σου εκφράζω τον αμέριστο θαυμασμό μου για τη μετάφρασή σου και ευχαριστώ από καρδιάς που ανταποκρίθηκες σ' αυτό το κάλεμα-πρόκληση, που είναι και η χαρά του ιστολογείν στους καιρούς τους άνυδρους... ;)

Η πρόζα του Υπερσιβηρικού και της μικρής Ιωάννας της Γαλλίας

Ήμουν στην εφηβεία μου την εποχήν εκείνη
θάμουν δεν θάμουνα δεκάξι
κι είχα ήδη ξεχάσει τα παιδικά μου χρόνια
δεκάξι χιλιάδες λεύγες μακριά από τη γέννησή μου.

Ημουν στη Μόσχα, στην πόλη με τα χίλια τρία καμπαναριά και τους εφτά σταθμούς
τους εφτά σταθμούς και τους χίλιους τρεις πύργους που δεν είχα βαρεθεί ακόμη
γιατί η εφηβεία μου ήταν τόσο αγριεμένη, τόσο γεμάτη τρέλλα,
που έβραζε από πύργο σε πύργο
σαν το ναό της Άρτεμης στην Έφεσο ή
σαν την Κόκκινη Πλατεία στη Μόσχα
την ώρα που ο ήλιος δύει...

Έριχναν φως τα μάτια μου σε αρχαία μονοπάτια.
Κι ήμουνα τόσο κακός- ήδη από τότε- ποιητής
που πώς να φτάσω στ'άκρα δεν το γνώριζα...

Φάνταζε το Κρεμλίνο
μια τούρτα τεράστια ταρτάρ πασπαλισμένη
με χρυσάφι
αμύγδαλα Καθεδρικούς ολόλευκους
και το μελί και χρυσαφί απ΄τα καμπαναριά
Ένας γερο-καλόγερος μου διάβαζε το θρύλο του Νοβγκορόντ
κι εγώ διψούσα
την ώρα που μετέφραζα
σφηνοειδή γραφή.

Έπειτα, σιγά σιγά, πέταξαν στην πλατεία
τα περιστέρια του Αγίου Πνεύματος
Πέταξαν και τα χέρια μου θροϊζοντας σαν άλμπατρος..

Αυτή η εικόνα
ήταν ό,τι είχα και δεν είχα ως τελευταία ανάμνηση
της τελευταίας μέρας
αυτού του τελευταίου ταξιδιού
κι ως τελευταία ανάμνηση της θάλασσας.

Όμως παραήμουνα κακός ως ποιητής!
Δεν ήξερα στα άκρα πώς να φθάνω...
Πεινούσα
Όλες τις μέρες κι όλες τις γυναίκες στα καφέ και τα ποτήρια όλα
ήθελα να τα πιω κι ήθελα να τα σπάσω
Όλες τις βιτρίνες και τους δρόμους όλους
όλα τα σπίτια κι όλες τις ζωές
όλα τα άχαρα σοκάκια που στριφογύριζαν σε δίνη με τα σπασμένα πεζοδρόμια
ήθελα να τα ρίξω σ'ένα φούρνο πήλινο
ήθελα τα κόκκαλα όλα να τα συνθλίψω
κι όλες τις γλώσσες να τις ξερριζώσω
να υγροποιήσω όλα αυτά τα ξένα τα μεγάλα τα γυμνά κορμιά που κρύβονται κάτω από τα ρούχα
και με τρελλαίνουν...

Διαισθάνθηκα την άφιξη του Κόκκινου
του Μεγάλου Χριστού της Επανάστασης της Ρωσικής...
Ο ήλιος ήταν ψεύτικος και άπλωνε σαν χουρμαδιά.

Ήμουν την εποχή αυτή στην εφηβεία μου
Θάμουν δεν θάμουνα δεκάξι χρόνων κι ήδη τη γέννησή μου πια δεν τη θυμόμουνα.
Βρισκόμουνα στη Μόσχα κι ήθελα με φλόγες να τραφώ.
Και δεν τις χόρταινα τις βόλτες και τους σταθμούς
πούφτιαχναν αστερισμούς στα μάτια μου.

Στη Σιβηρία ηχούσε το κανόνι.
Ήταν ο πόλεμος. Η πείνα. Το κρύο. Η πανούκλα. Η χολέρα.
Τα κιτρινωπά νερά του Έρωτα κάλπαζαν με χιλιάδες καλπασμούς
ενώ εγώ
σε όλους τους σταθμούς περίμενα
ν΄αναχωρήσω με το τελευταίο τραίνο.
Όμως κανείς δεν ήθελε να φύγει πια και εισιτήρια δεν πουλιώνταν
όσο για τους στρατιώτες πούτανε να φύγουν έπρεπε πια να μείνουν πίσω...

Του Νοβγκορόντ τον θρύλο ένας γερο-καλόγερος να μού τραγουδά...
Αυτή είναι η εικόνα
που μόνο είχα ως τελευταία ανάμνηση
της τελευταίας μέρας
αυτού του τελευταίου ταξιδιού
κι ως τελευταία ανάμνηση της θάλασσας.

Εγώ, ο μέτριος ποιητής, που πουθενά δεν ήθελα να πάω
μπορούσα ωστόσο να πηγαίνω
σ'όλα τα μέρη
Άς μην ξεχνάμε πως οι έμποροι είχαν ακόμη στα σεντούκια τους χρυσό να φτιάξουν περιουσία...
Το τραίνο το δικό τους έφευγε Παρασκευές πρωϊ
Λεγόταν πως οι νεκροί ήσαν πολλοί.
¨Ενας κουβάλαγε εκατό κούτες με ξυπνητήρια
και κούκους απ'το μαύρο δάσος
και ένας άλλος καπελλιέρες, κυλίνδρους κι ένα είδος τιρμπουσόν από το Σέφιλντ.
Ένας από τους άλλους κουβάλαγε κάσες ολόκληρες από το Μαλμοέ κονσέρβες με σαρδέλες πούπλεαν στο λάδι
Είχε πολλές γυναίκες
γυναίκες νοικιασμένες που χρησίμευαν σαν φέρετρα
έτσι που ήταν πατενταρισμένες, θάλεγες οι νεκροί εκεί ανάμεσα στα πόδια τους πως ήτανε πολλοί.
Γυναίκες που ταξίδευαν φθηνό εισιτήριο και είχαν όλες τρέχοντα λογαριασμό στην τράπεζα.

Ήλθε η σειρά μου μια Παρασκευή πρωί
θα πρέπει νάταν Δεκέμβρης
Ήλθε η σειρά μου κι έφυγα κι εγώ
να συνοδεύσω στο ταξίδι με τα κοσμήματα ως την Καρμπίν
οι δυό μας σ' δυό κουπέ μές στο Εξπρές και τριαντατέσσερα προθήκες στήθους με κοσμήματα του Πφόρτσχαϊμ που έφεραν τη γερμανική σφραγίδα "Made in Germany".
Με είχε ζώσει εννιά από δαύτα
κι έχασα ένα κουμπί καθώς ανέβαινα στο τραίνο.
-Ναι, το θυμάμαι, το θυμάμαι, κι από τότε κάμποσες φορές μούρθε στο νου-
το πώς είχα ξαπλώσει πάνω στα κοφίνια κι ήμουν τόσο χαρούμενος
που είχα και έπαιζα στα δάχτυλά μου
το νικελένιο μπράουνινγκ που ίδια μούχε δώσει...
Κι αυτή η εικόνα
ήταν ό,τι είχα και δεν είχα ως τελευταία ανάμνηση
της τελευταίας μέρας
αυτού του τελευταίου ταξιδιού
κι ως τελευταία ανάμνηση της θάλασσας.

Ήμουν πολύ χαρούμενος κι ανέμελος
ένοιωθα ένας τυχοδιώκτης
είχαμε κλέψει και πηγαίναμε να κρύψουμε το θησαυρό στην άλλη άκρη του κόσμου με τον Υπερσιβηρικό
ήμουν ταγμένος να υπερασπιστώ τh σύντροφό μου ενάντια στους ληστές της Ουράλης
αυτούς πούχαν επιτεθεί στους σαλτιμπάγκους του Ιουλίου Βερν
και να τhν υπερασπιστώ ενάντια στους Κουνγκούζ, πυγμάχους απ' την Κίνα,
ενάντια στους οργίλους μογγολάκους του Μεγάλου Λάμα Αλή Μπαμπά με τους σαράντα κλέφτες,
ενάντια στους πιστούς του φοβερού του Γέρου του Βουνού,
αλλά κυρίως
ενάντια στους μοντέρνους
τους αρουραίους των ξενοδοχείων
τους εξειδικευμένους στα διεθνή Εξπρές...

Και όμως...κι όμως
ήμουν θλιμμένος σαν παιδί
Οι ρυθμοί του τραίνου
Τα Μοελέ Σεμάν ντε Φερ των αμερικανών των ψυχιάτρων
ο θόρυβος από τις πόρτες, οι φωνές από τις καρακάξες που γκρίνιαζαν στις παγωμένες ράγιες
τ'ολόχρυσο το μέλλον μου εμπρός
το μπράουνινγκ που έπαιζα στα δάχτυλα του ενός χεριού
οι θόρυβοι από τους χαρτοπαίκτες στη διπλανή κουκέτα
η συγκλονιστική η παρουσία της Ιωάννας
τούτος ο άντρας με τα μπλε γυαλιά που πήγαινε όλο νεύρα πάνω κάτω στο διάδρομο και μούριχνε ένα βλέμμα όταν περνούσε
Τα φουρφουρίσματα των γυναικών
το σφύριγμα από το φουγάρο του ατμού
και ο αιώνιος βόμβος από τους τρελλαμένους δρόμους στα βάθη τ΄ουρανού
τα παγωμένα τζάμια Ίχνος της Φύσης!
Πίσω, η σιβηρική η στέππα, ο χαμηλός ο ουρανός και οι τεράστιες σκιές απ'τους υπαινιγμούς που ανεβοκατεβαίνουν ...
Αυτή η εικόνα
ήταν ό,τι είχα και δεν είχα ως τελευταία ανάμνηση
της τελευταίας μέρας
αυτού του τελευταίου ταξιδιού
κι ως τελευταία ανάμνηση της θάλασσας.

Ξάπλωσα σε μια κουκέτα κρεμαστή
σαν τη ζωή μου
Η ζωή πιο ζεστό δεν με κρατά απ΄αυτή τη σκωτσέζικη θέρμη
ένα τρένο Εξπρές την Ευρώπη γυρνά με το φύσημα του ανέμου να δει
την Ευρώπη
που ολόκληρη δεν είναι πιο πλούσια απ΄τη δική μου
φτωχή μου ζωή
Η ζέστη πνιγηρή
πάνω στα κοφίνια με το χρυσάφι
που μαζί τους κυλώ
ονειρεύομαι
και καπνίζω
τη στιγμή που η μόνη του Σύμπαντος φλόγα
είναι μια τόση
μια τόση δα σκέψη...
Δάκρυα αναβλύζουν, ώ ¨Ερωτα, από της καρδιάς τα βάθη
σαν η σκέψη μου πάει στη δική μου ερωμένη
που δεν είναι
παρά ένα παιδί.

Την βρήκα, έτσι απλά και τυχαία,
ωχρή, άμωμη, άθικτη
χωμένη σ' ένα μπουρδέλο.
Και είναι παιδί.
Ξανθό παιδί, χαμογελαστό και θλιμμένο.

Δεν γελά και δεν κλαίει ποτέ
στων ματιών της το βάθος
-αν σάς αφήσει να πιείτε απ΄αυτό-
τρεμοσβύνει ένας Κρίνος
αργυρός.
Το λουλούδι του ποιητή.
Είναι γλυκειά και βουβή,τίποτε δεν ζητά
ελαφρά ανατριχιάζει σαν την πλησιάσετε
Σαν εγώ μοναχά την πλησιάζω
από δω
από κει
εορταστικά
τότε μόνο θα κάνει ένα βήμα,
τότε κλείνει τα μάτια και κάνει ένα βήμα.
Ο έρωτάς μου είν' αυτή
όσο οι άλλες γυναίκες
δεν έχουν παρά φορέματα χρυσά πάνω στα φλεγόμενα στήθη τους
η φτωχή μου αγαπούλα είναι μόνη
κι ολόγυμνη
και κορμί πια δεν έχει
είναι τόσο φτωχή...
Εϊναι σπάνιο λουλούδι
το λουλούδι του ποιητή,
ένας φτωχός Κρίνος
ασημένιος, παγωμένος, μονάχος, μαραμένος πια τόσο πολύ
που με πιάνουν τα δάκρυα σαν σκεφτώ την καρδιά του.
Όμως τούτη η νύχτα
μοιάζει μ΄όλες τις άλλες
που κυλά ένα τραίνο στο σκοτάδι και πέφτουν κομήτες
που ένας άντρας με μια γυναίκα , άν και νέοι, αρέσκονται
στο να κάνουνε έρωτα...
Που η εικόνα ετούτη
ήταν ό,τι είχα και δεν είχα
τελευταία ανάμνηση
της μέρας της πιο τελευταίας
αυτού του τελευταίου ταξιδιού
που ήταν η εικόνα ετούτη τελευταία μου μνήμη της θάλασσας.

Ουρανός
σε κουρέλια σκισμένη μια τέντα ενός τσίρκου φτωχού σε φτωχό ψαροχώρι της Φλάνδρας
Ήλιος
ένας κλόουν με φούμο στη μούρη
Από πάνω ψηλά
πλαισιωμένη από ένα τραπέζιο
μια γυναίκα
τη σελήνη υποδύεται.
Κλαρινέττο
Έμβολο
Ένας οξύς αυλός
Ταμπουρίνο κακόηχο
και η κούνια μου
Να η κούνια μου
που ήταν πάντοτε δίπλα στο πιάνο
κάθε πούπαιζε μια σονάτα η μάνα μου
-σαν μια άλλη Μαντάμ Μποβαρύ-
του Μπετόβεν.


Περάσαν έτσι τα χρόνια μου τα παιδικά
στους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας
κοντά στη σχολή των αξιωματικών
μέσα στους σταθμούς
μπροστά στα τραίνα που φεύγαν...
Τώρα πια έχω δει
κάθε τραίνο να φεύγει
Βασιλεία- Τιμπουκτού
έχω τρέξει σε όλες τις κούρσες του Ωτέιγ, του Λονσάμ
Παρίσι Νιου Γιορκ
έχω δει κάθε τραίνο
τη ζωή τη δική μου
να διασχίζει Μαδρίτη- Στοκχόλμη και πάντα

Μα ποτέ
να μην έχω κατέβει Παρίσι;
μόνο όλο
Παταγωνία
Παταγωνία
-ναι
που ταιριάζει στην τεράστια τη θλίψη μου-
Παταγωνία
Ά, και ένα ταξίδι στις Νότιες τις Θάλασσες
έτσι
μόνο να βρίσκομαι σε κίνηση...

Πάντα ήμουν στο δρόμο
Το τραίνο κάνει σάλτο μορτάλε
και πέφτει στους δρόμους των πόλεων
γκρεμίζεται

Το τραίνο πάντα γκρεμίζεται
και πέφτει στους δρόμους...

Aυτή η εικόνα
ήταν ό,τι είχα και δεν είχα
τελευταία ανάμνηση
της μέρας της πιο τελευταίας
αυτού εδώ του τελευταίου ταξιδιού...

Η τελευταία ανάμνηση της θάλασσας.


"Μπλαιζ, πέ μου, είμαστε ακόμα μακριά απ΄τη Μονμάρτρη;"

Είμαστε μακριά, Ζαν,ταξιδεύεις επτά μέρες τώρα
είσαι μακριά απ΄τη Μονμάρτρη,απ΄τη Φωλιά που σ'έχει θρέψει, από την Εκκλησία της Αγίας Καρδίας του Ιησού,
Πάει το Παρίσι, χάθηκε, η φλόγα του η τεράστια δεν είναι πια παρά δυο στάχτες
η βροχή που πέφτει
η ρόδα που σταμάτησε
η Σιβηρία στριφογυρνά
και οι βαριές ριπές χιονιού που σκαρφαλώνουν
και οι ριπές της τρέλλας που ηχούν σαν τελευταίος πόθος στο γαλάζιο ουρανό
Το τραίνο ασθμαίνει στην καρδιά των γκρίζων οριζόντων
κι η θλίψη σου αυγατίζει...

"Πές μου Μπλαιζ, είμαστε μακριά πολύ απ΄τη Μονμάρτρη;"

Ξέχνα τες
Ξέχνα τες τις ανησυχίες
όλοι οι σταθμοί σαν πλάγιες σαύρες πεταμένες μές στο δρόμο
και τα τηλεγραφόξυλα απ'όπου κρέμονται
και οι κολώνες που τις πνίγουν μ΄ένα νεύμα
Ο κόσμος τραβιέται, απλώνεται και πάλι αποτραβιέται
σαν ένα ακορντεόν βασανισμένο από χέρι σαδιστή και
στα ξεσκίσματα
τ΄ουράνιου θόλου
βαγόνια τρελλαμένα τρέχουν φθάνουν
και μέσα στις οπές
ιλιγγιώδεις λεωφόροι στόματα των οδών
και τα σκυλιά της δυστυχίας που γρυλίζουν
Σπάσαν οι δαίμονες τις αλυσίδες τους και λύθηκαν
μεταλλικοί
και όλα είναι λάθος αρμοσμένα
το μπρουν ρουν ρουν απ΄τους τροχούς
Σοκ
πλημμύρα
είμαστε
είμαστε καταιγίδα
τρικυμία στο κρανίο ενός κουφού

"Μα πες μου, Μπλαιζ, είναι μακριά πια η Μονμάρτρη;"

Μα ναι, στο είπα, μ΄εκνευρίζεις
το ξέρεις καλά
πόσο μακριά
είμαστε

μια τρέλλα που βράζει και βογγάει στη μηχανή
υψώνονται φράχτες απειλητικοί στο δρόμο μας
η πανούκλα
η χολέρα
χανόμαστε στο βάθος ενός τούνελ
την ώρα που η μάχη μαίνεται
η πείνα, η πουτάνα, στα νέφη σκαρφαλώνουν αφήνοντας πίσω κηλίδα
μές στη δίνη του πολέμου
τα πτώματα τόσων νεκρών
Κάμε κατά πώς κάνει αυτή
κάνε τη δουλειά σου...

"Μπλαιζ, πες μου, είμαστε μακριά απ΄τη Μονμάρτρη;"
Είμαστε μακριά
είμαστε μακριά
όλοι οι αποδιοπομπαίοι τράγοι σκαρφάλωσαν σ'αυτήν την έρημο
άκουσε πώς κάνει τούτο το κοπάδι τους
το Tomsk
το Tcheliabinsk
το Kainsk
το Obi
το Taïchet
το Verkné
το Oudinsk
το Kourgane
η Samara
η Pensa-Touloune
ο θάνατος στη Μαντζουρία
μάς συνοδεύει
είναι ο τελευταίος μας συνοδός
Τι τρομερό ταξίδι!
χθες πρωί
ο Ιβαν Ούλλιτς είχε κάτασπρα μαλλιά
και ο Κόλια Νικολάι Ιβάνοβιτς ροκάνιζε τα δάχτυλά του δεκαπέντε μέρες ήδη...
Κάμε όπως κάνουνε ο Θάνατος κι η Πείνα
κάνε τη δουλειά σου
κοστίζει εκατό σου
με τον Υπερσιβηρικό κοστίζει εκατό ρούβλια
κι ο διάβολος στο πιάνο
τα δάχτυλα τα μυτερά του αναστατώνουν κάθε θηλυκό
Φύση κάμε τη δουλειά σου
ως την Χαρμπίν...

"πες , Μπλαιζ, είμαστε τόσο μακριά απ΄τη Μονμάρτρη;"
Όχι
μα
άσε με ήσυχο, παράτα με ήσυχο
έχεις αγκώνες μυτερούς
και η κοιλιά σου αγριεμένη κι έχεις το κάτουρο καυτό
να το Παρίσι τι σού άφησε
Α,ναι,
και μια γουλιά καρδιά...
Γιατί είσαι δυστυχής
και σε λυπάμαι, σε λυπάμαι, έλα στο στήθος μου αφουγκράσου την καρδιά μου
οι δρόμοι είναι ανεμόμυλοι μιας χώρας Κοκαϊνης
κι οι ανεμόμυλοι είναι τα ψέμματα που στο μυαλό του ψεύτη τριγυρνούν
είμαστε το σάλτο μορτάλε του διαστήματος
κυλάμε πα στους τέσσερις τροχούς μας
γιατί μάς ροκανίσαν τα φτερά
κι όλα τα τραίνα και βαγόνια του διαβόλου
πατάνε κάτω
τον κόσμο τον μοντέρνο
που δεν έχει πια ταχύτητα, μα
το μοντέρνο κόσμο
που οι μακρινοί δεν είναι πια και τόσο μακρινοί...
Και στην αρχή του ταξιδιού είναι φοβερό
να ταξιδεύει μια γυναίκα μ΄έναν άντρα...




"Μα πες, μου Μπλαιζ, είμαστε μακριά απ'τη Μονμάρτρη;"
Τι οίκτος, Θε μου, τι οίκτος!
Έλα κοντά μου να σού πω μιαν ιστορία
Έλα στο κρεβάτι μου
και στην καρδιά μου
σκαρφάλωσε
θα σού διηγηθώ μιαν ιστορία
Μα έλα
έλα

Στα Φίτζι βασιλεύει αιώνια άνοιξη
τεμπελιά
ο έρωτας αγκαλιάζει τα ζευγάρια χαμένα στην ψηλή τη βλάστηση
και η ζεστή η σύφιλη ροδίζει πα στις μπανανιές
Έλα στα εξαφανισμένα
νησιά του Ειρηνικού
πούχουν το όνομα του Φοίνικα, της κάθε Μαρκησίας,
στο Βόρνεο και την Ιάβα
και στην Κελέβη με το σχήμα
του αιλουροειδούς.
Στην Ιαπωνία δεν μπορεί κανείς να πάει στις μέρες μας
Έλα στο Μεξικό
Στα υψίπεδα με τις ολάνθιστες τουλίπες
που απλώνονται κουβέρτα κόμη του ήλιου
θάλεγες
παλέττα και πινέλο ενός ζωγράφου
Με χρώματα εκκωφαντικά
σαν τον ήχο του γκονγκ
ο Ρουσσώ βρέθηκε εκεί
κι έκρηξη η ζωή του
στο νησί των πουλιών
των πουλιών του παραδείσου, του πουλιού-λύρα
του τουκάν, του πτηνού "κοροϊδευτή",
του κολίμπρι
που πάει και καρφώνει την καρδιά του στους κρίνους
Έλα
θ΄αγαπηθούμε στα επιβλητικά ερείπια
ναού των Αζτέκων
θα είσαι το είδωλό μου
το τοτέμ
ένα ίνδαλμα παιδικό ασχημούτσικο
περίεργα αλλόκοτο
Μα έλα λοιπόν
αν θες
θα πάμε με αεροπλάνο πετώντας πάνω από τη χώρα των χιλιών λιμνών
που εκεί οι νύχτες είν ατέλειωτες
ο προϊστορικός ο πρόγονος θα φοβηθεί τον κινητήρα μου
θα προσγειωθώ
και θα κατασκευάσω κρυσφήγετο στο σκάφος μου με κόκκαλα απολιθωμένων μαμμούθ
πρωτόγονη φλόγα θ'αναθερμάνει τον φτωχό μας έρωτα
Σαμοβάρι
και σαν γνήσιοι αστοί θα κάνουμε έρωτα δίπλα στο τζάκι
μα έλα έλα


Jeanne Jeannette
Ninette Nini
ninon nichon
Mimi mamour
ma poupoule
mon Pérou
Dado
dondon
Carotte
ma crotte
Chouchou
p'tit cœur
Cocotte
Chérie
p'tite chèvre
Mon p'tit péché mignon
Concon
Coucou

κοιμάται η γλυκειά μου
κοιμάται
κι απ΄όλες τις ώρες του κόσμου ούτε μια δεν έζησε
απ'όλα τα πρόσωπα που συνάντησε στους σταθμούς
απ΄όλα τα ρολόγια
την ώρα Παρισιού
την ώρα Βερολίνου
την ώρα Αγίας Πετρούπολης
τις ώρες όλων των σταθμών
Στην Ούφα το ματωμένο πρόσωπο του χειριστή του κανονιού
το άγριο καδράρισμα το φωτεινό του Γκρόντνο
την ατελείωτη πορεία προς τα μπρος του τραίνου
όλα τα πρωϊνά που βάζαμε την ώρα τη σωστή να ρυθμιστεί
το τραίνο προχωρά κι ο ήλιος μένει πίσω
και τίποτα δεν γίνεται
ακούω τις καμπάνες να ηχούν
και το τεράστιο καμπαναριό της Νοτρ Νταμ
το παρεκκλήσιο του Λούβρου που ηχεί στο Σαιν Μπαρτελεμύ
τα ολοστρόγγυλα μοτίβα της Μπρύζ-Λα-Μορτ
τους ήχους τους ηλεκτρικούς της βιβλιοθήκης Νέας Υόρκης
τις εξοχές της Βενετίας
της Μόσχας τις καμπάνες
και το ρολόι της Κόκκινης Πύλης
να μού μετρά τις ώρες της δουλειάς μου στο γραφείο
μα και τις αναμνήσεις μου...

Το τραίνο ηχεί στις στριφογυριστές τις πλάκες
το τραίνο κυλά
Ένα γραμμόφωνο γραντζουνά τσιγγάνικα εμβατήρια
κι ο κόσμος σαν το ρολόι του εβραϊκού γκέττο της Πράγας
μετρά ανάποδα... η εικόνα ετούτη
ήταν ό,τι είχα και δεν είχα
τελευταία ανάμνηση
της μέρας της πιο τελευταίας
αυτού του τελευταίου ταξιδιού
που ήταν η εικόνα ετούτη τελευταία μου μνήμη της θάλασσας.


Φύλλο φύλλο μαδώ το ρόδο των ανέμων
να που ηχούν αλυσιδωτές καταιγίδες
τα τραίνα κυλούν
και ταραχή κάτω στους τροχούς
διαβολικά παιχνίδια
Υπάρχουν
τραίνα
που ποτέ δεν συναντιούνται
άλλα που χάνονται στο δρόμο
ενώ οι σταθμάρχες παίζουν σκάκι

Τρικ τρακ αρδο μπιλιάρδο καραμπόλα καραμβολή παραβολή
ο σιδερένιος δρόμος μια νέα Γεωμετρία
Συρακούσα Αρχιμήδης
και οι στρατιώτες στραγγαλισμένοι
και οι γαλέρες και οι τριήρεις
και οι ιδιοφυείς του οι εφευρέσεις μηχανών
κι όλες οι εφαρμογές
η αρχαία Ιστορία
η σύγχρονη Ιστορία
οι ταραχές και τα ναυάγια
ακόμη και εκείνο του Τιτανικού που διάβασα μες στα περιοδικά
τόσες εικόνες συνειρμοί που δεν μπορώ μέσα στους στίχους μου να αναπτύξω
γιατί ακόμη είμαι πολύ
μά πάρα πολύ μέτριος ποιητής
γιατί το σύμπαν ξεχειλίζει μέσα μου με ξεπερνά
κι έχω παραμελήσει
να κάνω ασφάλεια κατά ατυχημάτων του σιδηροδρόμου
γιατί δεν έμαθα να φθάνω μέχρι τ΄άκρα
γιατί
γιατί φοβάμαι...

φοβάμαι δεν
ξέρω πώς να φθάσω στ'άκρα
όπως ο φίλος μου ο Σαγκάλ νάφτιαχνα μια σειρά πινάκων
μα σημειώσεις από το ταξίδι μου δεν πήρα
και συγχωρήστε μου την τόσο αμάθεια
την τόση άγνοια
μα συγχωρήστε μου που δεν γνωρίζω πια το αρχαίο παιχνίδι της στιχουργικής
όπως μάς λέει ο Απολλιναίρ

και όλο αυτό
που αφορά τον πόλεμο
μπορεί κανείς να το διαβάσει στα απομνημονεύματα του Κουροπάτκιν
ή στις ιαπωνικές εφημερίδες
τόσο με βάρβαρες φωτογραφίες γεμάτες
γιατί λοιπόν κανείς να κρατά τα ντοκουμέντα
αφήνομαι απλά
στα άλματα της μνήμης μου...

Απ'το Ιρκούτσκ αν ξεκινήσω το ταξίδι έγινε όλο και πιο βραδύ
όλο και πιο ατέλειωτο
¨Ημασταν μες στο πρώτο τραίνο πούκανε το γύρο
της λίμνης Βαϊκάλης
κι είχαμε στολισμένη τη μηχανή με σημαίες και λαμπιόνια
Και φεύγοντας απ'το σταθμό μάς συνοδεύαν
οι θλιβεροί ρυθμοί του Ύμνου για τον Τσάρο
Άν ήμουνα ζωγράφος,
θα έρριχνα κόκκινο πολύ
πολύ κίτρινο
σ΄αυτού του ταξιδιού το τέρμα
γιατί πιστεύω ήμασταν όλοι λίγο τρελλοί
ένα ντελίριο μεγάλο έβαφε κόκκινα τα πρόσωπα σαν αίμα
τα εκνευρισμένα πρόσωπα των συντρόφων μου του ταξιδιού ολοκόκκινα
Και καθώς πλησιάζαμε στη Μογγολία
που άστραφτε σαν πυρκαγιά
το τραίνο άρχισε να σταματά
να επιβραδύνει...
και τότε διέκρινα
μέσα στο ασταμάτητο λαμπύρισμα των δρόμων
ήχους τρελλούς και ψαλμωδίες
μίας αιώνιας λειτουργίας.

Είδα
είδα τα σιωπηλά τα τραίνα τα μαύρα τραίνα
πούρχονταν πίσω από την Άπω Ανατολή
και σαν φαντάσματα περνούσαν
και το μάτι μου
πιστός ακόλουθος
ακόμη τρέχει πίσω απ΄τα τραίνα αυτά

Στην Τάλγκα εκατό χιλιάδες τραυματίες
ψυχομαχούν δίχως φροντίδα
Είδα νοσοκομεία στο Κρασνογιάρσκ
και στο Χιλόκ ήλθαμε πρόσωπο με πρόσωπο
μ΄ένα κονβόι από τρελλούς στρατιώτες

είδα μέσ΄απ΄τις χλαίνες τους πληγές ευλογημένες ανοιχτές να χάσκουν να αιμάσσουν
τα μέλη τους τα ακρωτηριασμένα χόρευαν ολόγυρα ή πετούσαν
στο μολυσμένο αέρα
και είχε πυρκαγιά
σ΄όλα τα πρόσωπα
σε όλες τις καρδιές
ηλίθια δάχτυλα έπαιζαν ρυθμούς ταμπούρου στα παράθυρα τα γυάλινα
και κάτω από την πίεση του τρόμου
τα βλέμματα χαμήλωναν και άρχιζαν να έρπουν και στους σταθμούς τα καίγαν τα βαγόνια
και είδα ακόμα
είδα και τραίνα με εξήντα μηχανές να τρέχουν και να χάνονται μές στον ατμό
κυνηγημένα από τους ορίζοντες
κι από κοπάδια ολόκληρα κοράκια που απελπισμένα πέταγαν
και χάνονταν
προς τη μεριά του Πορ Αρτύρ...

Στην Τσίτα λίγες μέρες σταματήσαμε
μια στάση πέντε ημερών γιατί οι ράγες κόπηκαν
πέντε ημέρες που τις πέρασα μες στην κουκέτα του Κυρίου Ιανκέλεβιτς
πούθελε με την κόρη τη μονάκριβή του
να με παντρέψει
κι έπειτα
ξανάφυγε το τραίνο.

Κι ήμουν εγώ πια αυτός
που στο πιάνο είχα καθήσει
με πονόδοντο
Η εικόνα από το βαγόνι αυτό του πιάνου μού ξανάρχεται η γαλήνια
βλέπω ξανά εκείνο τον πατέρα να διαβάζει το περιοδικό
βλέπω τα μάτια ξανά της κόρης του να χώνεται μες στο κρεββάτι μου το βράδυ
Μουσόργκσκι
και τα λήντερ του Χιούγκο Γουφ
οι αμμουδερές εκτάσεις της ερήμου Γκόμπι
άσπρες καμήλες καραβάνι στο Χαϊλάρ
νομίζω
είχα μεθύσει κι αυτό κράτησε καμμιά πεντακοσαριά χιλιόμετρα
όμως καθόμουνα στο πιάνο κι αυτό είν΄όλο κι όλο που θυμάμαι
¨Οταν κανείς ταξιδεύει
πρέπει νάχει τα μάτια του κλειστά
να κοιμηθώ
ήθελα τόσο πολύ να κοιμηθώ...
Από τη μυρωδιά αναγνωρίζω τους τόπους τα τοπία που περνούν
τα μάτια μου κλειστά
τα τραίνα τα καταλαβαίνω από τον θόρυβο που κάνουν
τα τραίνα της Ευρώπης σε ρυθμό τέσσερα τέταρτα
ενώ τα τραίνα της Ασίας σε ρυθμό πέντε όγδοα ή επτά
κι άλλα τρέχουν σιωπηρά
έχουν σουρντίνα
να μην τρίζουν
και είναι ένα τραίνο
που μέσα στον μονότονο τον κρότο των οδών
φέρνει στο νου μου τη βαριά πρόζα του Μαίτερλινκ
Κι αποκωδικοποίησα πια όλα τα
συγκεχυμένα κείμενα των οδών
και έχω συγκεντρώσει
τα σκόρπια σπαράγματα στοιχείων
που συνθέτουν
αυτή τη βίαιη ομορφιά που έχω
και που με βιάζει...

Τσιτσίκα και Χαρμπίν
δεν πάω πιο πέρα
τελευταίος σταθμός
και στη Χαρμπίν κατέβηκα μόλις είχαν βάλει φωτιά στα γραφεία του Ερυθρού Σταυρού

Αχ
Παρίσι
ζεστή φωλιά
στα σταυροδρόμια θαλπωρή
οι δρόμοι σου
τα σπίτια τα παλιά σου
που γέρνουν
κι αναθερμαίνονται σαν τη φτερούγα του αετού
Μα να
αφίσες
κόκκινες
αφίσες
πράσινες
πολύχρωμες αφίσες
σαν τ΄ολοκίτρινο σύντομο παρελθόν μου
κίτρινο περήφανο
χρώμα μυθιστορήματος
χρώμα Γαλλίας στο εξωτερικό .
και πώς μ'αρέσει
τις πόλεις να τις τριγυρνώ με λεωφορείο της γραμμής
με λεωφορείο της γραμμής του Σεν Ζερμαίν-Μονμάρτρη
που με φέρνει στην κορυφή της Μπυτ.
σαν ολόχρυσοι ταύροι βογγούν οι μηχανές του
σαν αγελάδες του λυκόφωτος που βόσκουν στην Αγία του Χριστού Καρδιά
Αχ
Παρίσι
κεντρικέ σταθμέ
που σε σένα οι επιθυμίες αποβιβάζονται
και του ανήσυχου του νου συ σταυροδρόμι
μόνο οι εφημεριδοπώλες έχουν ακόμη αναμμένο φως στην είσοδο
κι η Εταιρεία η Διεθνής των Βαγκόν Λι
και τα Γκραντ Εξπρές Εουροπεέν που μούστειλαν προσπέκτους

Η πιο όμορφη εκκλησία του κόσμου
οι φίλοι μου με τριγυρίζουν τρελλαμένοι
φοβούνται όταν φεύγω κι ίσως πίσω να μην έλθω
και οι γυναίκες πούχω γνωρίσει στρέφονται στους ορίζοντες
με άγριες κινήσεις και θλιμμένα βλέμματα κάτω απ΄τη βροχή
η Μπέλλα
η Ανιές
η Κατερίνα
η μάνα του γιου μου που ζει στην Ιταλία
κι εκείνη
η μάνα της αγάπης μου στην Αμερική...

κραυγές σειρήνας μου ξεσκίζουν την καρδιά
εκεί μακριά στη Μαντζουρία μια ανοιχτή κοιλιά
ακόμη λαμπυρίζει σαν αγκαλιά ανοιχτή
ναι
αυτή η εικόνα
ήταν ό,τι είχα και δεν είχα ως τελευταία ανάμνηση
της τελευταίας μέρας
αυτού του τελευταίου ταξιδιού
κι ως τελευταία ανάμνηση της θάλασσας.

Θάθελα
θάθελα ποτέ να μην τα είχα κάνει τα ταξίδια μου
Απόψε ένας έρωτας μεγάλος με βασανίζει
χωρίς τη θέλησή μου
σκέφτομαι και σκέφτομαι
την Ιωάννα
τη μικρή Ιωάννα της Γαλλίας
είναι γιατί είναι θλιβερό το βράδυ αυτό
που έγραψα
αυτό το ποίημα προς τιμήν της
Ιωάννα
μικρή μου πόρνη
είμαι θλιμμένος είμαι θλιμμένος
θα πάω στο Λαπέν Αζίλ να ξαναθυμηθώ
τη νιότη μου που έχω χάσει
να πιω δυο τρια ποτηράκια
και να ξαναγυρίσω σπίτι μόνος...


Παρίσι

Πόλη του Πύργου του Μοναδικού , του μεγάλου Ζιμπέ και του Τροχού...

Blaise Cendrars
Μετάφραση: Νίκος Ξένιος



Σ.τ.Μ:

Η Αγία Ιωάννα της Γαλλίας ήταν κόρη του Λουδοβίκου του Ενδέκατου και ίδρυσε το Τάγμα της Παρθένου Μαρίας:την Annonciade. Το τάγμα επιβίωσε χάριν στην φιλευσπλαγχνία και την ελεημοσύνη, τασσόμενο στην υπηρεσία του πλησίον. Είναι αξιοσημείωτη η χρήση του ονόματος της Αγίας από τον αιρετικό ποιητή...


Σ.τ.Μ:

Η Πρόζα του Υπερσιβηρικού και της Μικρής Ιωάννας της Γαλλίας είναι αποτέλεσμα συνεργασίας του Blaise Cendrars και της Sonia Delaunay-Terk. Το ποίημα διαδραματίζεται στον Υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο το 1905,κατά τη διάρκεια της Ρωσικής Επανάστασης, και είναι διακοσμημένο από την Delaunay-Terk. Το 1913 που πρωτοδημοσιεύθηκε ως συνδυασμός ποίησης και αφηρημένης τέχνης θεωρήθηκε ένα από τα ομορφότερα βιβλία που έχουν ποτέ κυκλοφορήσει: " ένα λυπημένο ποίημα που τυπώθηκε κάτω από τη λάμψη του ήλιου", όπως αναφερόταν ο ίδιος ο ποιητής στο έργο του.Το πραγματικό του όνομα ήταν Fréderic Louis Sauser, και το ψευδώνυμο είναι παιχνίδι με τη φωτιά και τη στάκτη.Στα 15 του ο ελβετός ποιητής τόσκασε από το σπίτι του για να πάει ως εκπαιδευόμενος χρυσοχόος στην Αγία Πετρούπολη, αλλά το ταξίδι του συνεχίστηκε, με αποτέλεσμα να βρεθεί στη Νέα Υόρκη, όπου έγραψε, το 1912, το " Πάσχα στη Νέα Υόρκη". Αργότερα εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Éditions des Hommes Nouveaux , με τη βοήθεια ενός αναρχικού, στο 19ο arrondissement. Το δεύτερο βιβλίο που τύπωσε,La prose du Transsibérien, έχει συνδεδεμένα εκατόν πενήντα φύλλα χαρτιού μήκους 199 cm ,που άν στήνονταν σε ύψος θα ισούνταν με τον Πύργο του Άιφελ: ένα σύμβολο του Μοντερνισμού: από τη Μόσχα στη Καρμπίν της Μογγολίας, η διαδρομή του Υπερσιβηρικού πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια του ρωσοϊαπωνικού πολέμου και της πρώτης Επανάστασης του 1905. Η διαδρομή είναι πολύ συγκεκριμένη και συνοδεύεται από την επαναλαμβανόμενη μελαγχολική ερώτηση της Ζαν, της συντρόφου του ποιητή "Πες μου Μπλαιζ, είμαστε μακριά από τη Μονμάρτρη;", ενώ γύρω μαίνεται ο πόλεμος και η καταστροφή.Ο Cendrars, μέσω του Απολλιναίρ, γνώρισε τη Σόνια και το σύζυγό της Robert Delaunay, μέλη της παρισινής αβάν γκάρντ και οπαδούς του Κυβισμού και του κινήματος των Ταυτόχρονων Αντιθέσεων στην Τέχνη. Στην TATE kai στο ΜΟΜΑ βρίσκει σήμερα κανείς εναπομείναντα αντίγραφα του βιβλίου.


Σ.τ.Μ:

Το Lapin Agile είναι το διάσημο καμπαρέ της Μονμάρτης, στην οδό des Saules νούμερο 22. Η αρχική του ονομασία ήταν Cabaret des Assassins, γιατί κατά την παράδοση μια ομάδα δολοφόνων μπήκε βίαια στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του και σκότωσε τον γιο του ιδιοκτήτη. Στα είκοσι χρόνια λειτουργίας, το 1875, ο καλλιτέχνης Andre Gill ζωγράφισε τον περίφημο λαγό που θα γινόταν και ο λογότυπος του καταστήματος, και από την αρχική ονομασία "Le Lapin à Gill" προέκυψε η σημερινή: Au Lapin Agile, το όνομα του μαγαζιού που φιλοξένησε τον Picasso,τον Satie,τον Modigliani, τον Apollinaire και τον Utrillo στο δέκατο όγδοο arrondissement του Παρισιού, κι έδωσε βαρύτητα σε πολλά καλλιτεχνικά κινήματα. Ύποπτοι άντεργκράουντ τύποι σύχνασαν στο Λαπέν Αζίλ, περιλαμβανόμενων και των αναρχικών και των κομμουνιστών και των άφραγκων εικαστικών.
Το 1993 ο αμερικανός κωμικός ηθοποιός Steve Martin έγραψε το έργο " Ο Picasso στο Lapin Agile", μεγάλη επιτυχία στο Σικάγο, όπου ο Πικάσο συναντούσε τον Άινστάιν.



8 σχόλια:

flamencologio είπε...

Τι να πω...σε χιλιοευχαριστώ! Μεγάλη μου τιμή! Και ξαναλέω:θέλει δουλειά και ξανακοίταγμα αυτή η μεταφραστική απόπειρα, γιατί είναι prima vista. Σε φιλώ, Μαριάννα μου κι ευχαριστώ και πάλι.

Dee Dee είπε...

Διαβαζα διαβαζα διαβαζα και δεν τελειωνε :):):)

Δεν τα καταφερα να το διαβασω ολο, θα επανελθω :)

Καλημερα!!

μαριάννα είπε...

flamencologio

Νίκο μου καταλαβαίνω ότι είσαι τελειομανής και απαιτητικός και θέλεις να επιμεληθείς τη μετάφρασή σου, αλλά εμείς εδώ δεν κρίνουμε τέτοιες λεπτομέρειες. Απολαμβάνουμε το «ακατέργαστο διαμάντι» σου με τις πολύτιμες σημειώσεις σου και είμαστε ευγνώμονες που μας το χάρισες!
Θα είναι μεγάλη χαρά να το δούμε και τυπωμένο. ;)

μαριάννα είπε...

Dee Dee

Γιαβάς γιαβάς φιλενάδα. Είναι πιο απολαυστικό έτσι. :)

Φιλιά!

Βίκυ Παπαπροδρόμου είπε...

Έξοχη προσπάθεια. Μεγαλειώδες γραπτό και (με μια γρήγορη ματιά) πολύ καλή μετάφραση.

Μπράβο, Νίκο και Μαριάννα!

Θα επανέλθω όταν ευκαιρήσω (μάλλον από βδομάδα) να το ξαναδιαβάσω πιο προσεκτικά. :-)

μαριάννα είπε...

Βίκυ Παπαπροδρόμου

Τα μπράβο όλα στον άξιο μεταφραστή!
Και στους εκλεκτούς φίλους που μας τον γνώρισαν! :)
Χαίρομαι που σου άρεσε Βικούλι μου. Η καλή γνώμη ενός «ειδικού», έστω και με την πρώτη ματιά, μετράει πολύ.

Να 'σαι καλά! Φιλιά!

flamencologio είπε...

Σας ευχαριστώ και πάλι όλες για τα τόσο θετικά σας σχόλια
είμαι υπόχρεως
Νίκος Ξένιος

flamencologio είπε...

Το έργο αυτό του Blaise Cendrars δημοσιεύεται στα 1913, ένα χρόνο πριν ο Guillaume Apollinaire δημοσιεύει το πρώτο του οπτικό ποίημα, το "Lettre-Océan".

Η Πρόζα αποτελεί ένα μακροσκελές ποίημα με περιστασιακή στίξη και στίχο άλλοτε ελεύθερο άλλοτε με ομοιοκαταληξία. Το λογοτεχνικό έργο συνοδεύουν ζωγραφιές της Sonia Delaunay, δίνοντας την εντύπωση διαλόγου μεταξύ ποίησης και ζωγραφικής.

Αρχικά, τυπώθηκε σε ένα φύλλο ύψους 2 μέτρων, χωρισμένο κάθετα στα δύο: όπως φαίνεται και στις εικόνες, στα αριστερά τοποθετούνται οι πολύχρωμες και αφηρημένες ζωγραφιές και στα δεξιά οι πολύχρωμοι στίχοι. Ο συνδυασμός του κειμένου και των εικόνων συμβάλλει στην ύπαρξη χρονικής ταυτοσημίας σε ό,τι αφορά τη σύλληψη του έργου: το βλέμμα εντυπωσιασμένο τρέχει πάνω-κάτω στη σύνθεση, μην ξέροντας αρχικά που να εστιάσει, από που να ξεκινήσει την "ανάγνωση". Αυτό ακριβώς δεν συμβαίνει στο θεατή ενός ζωγραφικού πίνακα και -εν γένει- μιας οποιασδήποτε εικαστικής σύνθεσης; Το μάτι πρώτα συλλαμβάνει το "όλον" κι ύστερα αναζητά το "μέρος", το"κλειδί" της εξερεύνησης. Με άλλα λόγια, στο εν λόγω έργο, ο αναγνώστης καλείται αρχικά να δει το δημιούργημα στην ολότητά του, με μια ματιά και, στη συνέχεια, να "αποκωδικοποιήσει" το κείμενο συσχετίζοντάς το με τις εικόνες.





Σε ό,τι αφορά το ποίημα, στο οποίο ο Cendrars αναφέρεται σε ένα ταξίδι με τρένο από τη Μόσχα (J'étais à Moscou : Ήμουν στη Μόσχα) στο Παρίσι (Paris / Ville de la Tour unique du grand Gibet et de la Roue : Παρίσι / Πόλη του μοναδικού Πύργου της μεγάλης Αγχόνης και της Ρόδας), είναι γεμάτο από λογοπαίγνια: επαναλήψεις λέξεων που έχουν άμεση σχέση με το θέμα του ποιήματος ή λέξεις από τις οποίες παράγονται άλλες, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο ηχητικό αποτέλεσμα.

Je suis en route
J'ai toujours été en route
Je suis en route avec la petite Jehanne de France
Le train fait un saut périlleux et retombe sur toutes ses roues
Le train retombe sur ses roues
Le train retombe toujours sur toutes ses roues

(Είμαι καθ' οδόν
Ήμουν πάντα καθ' οδόν
Είμαι καθ' οδόν με τη μικρή Ιωάννα της Γαλλίας
Το τρένο κάνει ένα επικίνδυνο πηδηματάκι και ξαναπέφτει σ' όλες του τις ρόδες
Το τρένο ξαναπέφτει στις ρόδες του
Το τρένο πάντα ξαναπέφτει σ' όλες του τις ρόδες
-δική μου μετάφραση)

Jeanne Jeannette Ninette nini ninon nicho
Mimi mamour ma poupoulou mon Pérou
Dodo dondon
Carotte ma crotte
Chouchou p'tit-coeur
Cocotte
Chérie p'tite chèvre
Mon p'tit péché mignon
Concon
Coucou
Elle dort.
(Στο συγκεκριμένο απόσπασμα δεν έχει νόημα να παραθέσω τη μετάφραση, μιας και το ζητούμενο εδώ είναι το ηχητικό αποτέλεσμα· αν μεταφραστούν οι στίχοι χάνεται παντελώς.)

Στο ποίημα εντοπίζουμε, επίσης, κάποιες ονοματοποιίες (γραπτή "αναπαράσταση" ήχων, συνήθως της καθημερινότητας, κάτι που χρησιμοποιείται πολύ από τους ποιητές της avant-garde), ενώ δεν λείπουν οι αναφορές στην τεχνολογία και την ταχύτητα.

Le broun-roun-roun des roues
(Το μπρουν-ρουν-ρουν των ροδών)

Αυτό το έργο των Cendrars και Delaunay αποκαλύπτει και συγκεντρώνει κάποιες από τις αναζητήσεις της λογοτεχνικής "πρωτοπορίας" της εποχής, που αφορούν από τη μία την ποιητική μορφή και τη στιχοποιία και, από την άλλη, την ένωση της ποίησης με τη ζωγραφική, καθώς επίσης, την ίδια την ποιητική δημιουργία στο πλαίσιο της εποχής των τεχνολογικών επιτευγμάτων.
Ο τότε σύγχρονος τρόπος ζωής και η ιδέα του "καθημερινού" αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ποίησης, κάτι το οποίο παρατηρείται στην ένταξη καθημερινών λέξεων/εκφράσεων, "μη ποιητικών" στους κόλπους του ποιήματος. Τέτοιου είδους λέξεις/εκφράσεις που παραπέμπουν σε πολλές πτυχές της ζωής και της καθημερινότητας (θόρυβοι, ταξίδια, ανακαλύψεις κ.τ.λ.) ενσωματώνονται στο λογοτεχνικό έργο και γίνονται εν τέλει ποιητικές.




















Blaise Cendrars

Οι στίχοι του ποιήματος που παρατίθενται εδώ αντιγράφηκαν από:
Blaise Cendrars, Du monde entier, Poésies complètes 1912-1924, préface de P. Morand, Gallimard 2004.

από το ιστολόγιο της Χαράς Ναούμ