Τρίτη, 28 Απριλίου 2009

Roma nun fa’ la stupida stasera... Roma non fare la stupida stasera.... Ρώμη, μην κάνεις τη χαζή απόψε



Roma nun fa’ la stupida stasera
Roma non fare la stupida stasera
Ρώμη, μην κάνεις τη χαζή απόψε


Testo:Pietro Garinei, Sandro Giovannini
Musica: Armando Trovajoli
Cantanti-Attori: Nino Manfredi, Ornella Vanoni
1963

Ρώμη, είμαστε εδώ, βοήθησέ με!

Δεν σου λέω τίποτα, Ρώμη,
αλλά απόψε σ' έχω ανάγκη
και όταν εσύ μας νοιάζεσαι
το κάνεις καλά

Αυτός

Ρώμη μην κάνεις την χαζή απόψε
βοήθησε με να την κάνω να πει ναι
Μάζεψε όλα τ' αστέρια
τα πιο φωτεινά που μπορείς
κι ένα κομματάκι φεγγαριού, όλο για μας

Κάν' την να νιώσει ότι είναι σχεδόν άνοιξη
στείλε τους καλύτερους γρύλους να της κάνουν κρι κρι

Δάνεισε μου το αεράκι
το πιο κατεργάρικο που έχεις
Ρώμη, δώσε μου όρκο, απόψε!

Αυτή

Ρώμη μην κάνεις την χαζή απόψε
βοήθησέ με να μπορέσω να πω όχι
Σβήσε όλα τα αστέρια
τα πιο φωτεινά που έχεις
κρύψε μου το φεγγάρι, αν δεν είναι πρόβλημα

Κάνε με να ξεχάσω ότι είναι σχεδόν άνοιξη
Ακούμπα το χέρι στο κεφάλι μου για να πω όχι

Σβήσε αυτό το αεράκι
το προκλητικό που έχεις
Ρώμη μην κάνεις τη χαζή απόψε…

Μετάφραση: Μαριάννα Τζανάκη


Read more!

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

Άρση Αδείας του αριστουργήματος Ευτυχισμένος Πρίγκιπας του Ουάιλντ, κατόπιν καταγγελίας σχολείων του Ν.Δωδεκανήσου!Τόση κακοποίηση από τον θίασο;


Κι όπως φυλλομετρούσα σήμερα τις νέες εγκυλίους του ΥΠΕΠΘ, πέφτω πάνω σε μία που έγραφε:

Θέμα: Άρση αδείας

Σας κοινοποιούμε όπως έχει την παραπάνω σχετική:

«Μετά από έγγραφη καταγγελία σχολείων του νομού Δωδεκανήσου στην Κεντρική Ομάδα Εργασίας για την επιλογή θεαμάτων για μαθητές, η υπηρεσία μας έλαβε γνώση πως ο θίασος Παιδαγωγική Σκηνή Θεάτρου Αθηνών του Αθανασίου Ζήκα, δεν τηρεί πλέον τους απαραίτητους όρους καταλληλότητας και ποιότητας της θεατρικής παράστασης «Ο ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ» του Όσκαρ Ουάιλντ, για την οποία έχει δοθεί έγκριση. Υπό αυτές τις συνθήκες η υπηρεσία μας αίρει την άδεια της με αριθμό πρωτοκόλλου 7281/Γ7 21/01/09 έγκρισης της θεατρικής παράστασης «Ο ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ» του Όσκαρ Ουάιλντ του θιάσου Παιδαγωγική Σκηνή Θεάτρου Αθηνών.»

Κι έμεινα άφωνη φυσικά. Τί συνέβη με το αριστούργημα του Ουάιλντ; Τόσο κακός ο θίασος ή ενοχλητικός ο Ουάιλντ; Γιατί φυσικά το έργο δεν είναι ένα απλό παραμύθι. Είναι η διαχρονική, κριτική ματιά του ευφυέστατου συγγραφέα, πάνω στις πολιτικές που οδήγησαν στα βάσανα και στη φτώχεια τους λαούς, αλλά και στην αλαζονεία και εγωπάθεια του πολιτικού κόσμου στο σύνολό του. Ένα ράπισμα σε όλους μας για την ανθρωπιά μας κι ένα ταρακούνημα αφυπνιστικό για τη ματαιότητα του στολίσματος μας, όταν οι άνθρωποι πεθαίνουν, κυριολεκτικά, δίπλα μας, ενώ εμείς στεκόμαστε απαθείς και αδιάφοροι, αναπαράγοντας με την ψήφο μας πολιτικές τέτοιες.
Πολύ λοιπόν θα ήθελα να μάθω τί έγινε και το υπουργείο προχώρησε στην άρση αδείας της παράστασης και αν διαβάσει αυτές τις γραμμές κάποιος που είδε την συγκεκριμένη παράσταση, θα μας ήταν χρήσιμη η άποψή του.



Σκηνοθεσία: Θάνος Ζήκας
Μουσική: Σάκης Τσιλίκης
Χορογραφίες: Τζιμ Κάλλις
Σκηνογραφία: Μάριο Τσελεντάνο
Κοστούμια: Andriana Ritsi-Sylia

Εδώ το διαβάζουμε

Κι εδώ ακούμε τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα ολόκληρο, σε μια υπέροχη ανάγνωση του Δημήτρη Χορν

που για καλή μας τύχη μας χαρίζει ο

ο Έλλοπος: Ο Ευτυχισμένος Πρίγκηπας, του Όσκαρ Ουάιλντ


Read more!

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

Καλή Ανάσταση σε όλους! Εύχομαι το φετινό Πάσχα να σας μείνει αξέχαστο! Να είναι το πιο χαρούμενο!



Να περάσετε υπέροχα! Να το γλεντήσετε τρελά! Να μην πάρετε γραμμάριο, αντίθετα να χάσετε και δυο τρία κιλά, πραγματικό λίπος και όχι μυϊκή μάζα ! :Ρ Η χοληστερίνη να πέσει στο ναδίρ με τα τριγλυκερίδια αγκαλιά! Αλλά το κυριότερο να γυρίσετε όλοι ασφαλείς και χαρούμενοι, γιατί σας αγαπάμε... ;)


Read more!

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009

Luis de Gongora: ¡Que se nos va la Pascua, mozas, Que se nos va la Pascua!


foto: Flickr, wolfgang1320


Paco Ibañez

¡que Se Nos Va La Pascua, Mozas

¡Que se nos va la Pascua, mozas,
Que se nos va la Pascua!

Mozuelas las de mi barrio,
Loquillas y confiadas,
Mirad no os engañe el tiempo,
La edad y la confianza.
No os dejéis lisonjear
De la juventud lozana,
Porque de caducas flores
Teje el tiempo sus guirnaldas.

¡Que se nos va la Pascua, mozas,
Que se nos va la Pascua!

Vuelan los ligeros años,
Y con presurosas alas
Nos roban, como harpías,
Nuestras sabrosas viandas.
La flor de la maravilla
Esta verdad nos declara,
Porque le hurta la tarde
Lo que le dio la mañana.

¡Que se nos va la Pascua, mozas,
Que se nos va la Pascua!

Mirad que cuando pensáis
Que hacen la señal del alba
Las campanas de la vida,
Es la queda, y os desarman
De vuestro color y lustre,
De vuestro donaire y gracia,
Y quedáis todas perdidas
Por mayores de la marca.

¡Que se nos va la Pascua, mozas,
Que se nos va la Pascua!

Yo sé de una buena vieja
Que fue un tiempo rubia y zarca,
Y que al presente le cuesta
Harto caro el ver su cara,
Porque su bruñida frente
Y sus mejillas se hallan
Más que roquete de obispo
Encogidas y arrugadas.

¡Que se nos va la Pascua, mozas,
Que se nos va la Pascua!

Y sé de otra buena vieja,
Que un diente que le quedaba
Se lo dejó este otro día
Sepultado en unas natas,
Y con lágrimas le dice:
«Diente mío de mi alma,
Yo sé cuándo fuistes perla,
Aunque ahora no sois caña.»

¡Que se nos va la Pascua, mozas,
Que se nos va la Pascua!

Por eso, mozuelas locas,
Antes que la edad avara
El rubio cabello de oro
Convierta en luciente plata,
Quered cuando sois queridas,
Amad cuando sois amadas,
Mirad, bobas, que detrás
Se pinta la ocasión calva.

¡Que se nos va la Pascua, mozas,
Que se nos va la Pascua!

Luis de Gongora


Read more!

Modern Talking-No Face No Name No Number


Modern Talking-No Face No Name No Number

Love is like the ocean, burning in devotion
When you go, go, go, oh no
Feel my heart is burning, when the night is turning
I will go, go, go, oh no

Baby I will love you
Every night and day
Baby I will kiss you
But I have to say

No face, no name, no number
Your love is like a thunder
I'm dancing on a fire, burning in my heart
No face, no name, no number
Oh girl I'm not a hunter
Your love is like desire, burning in my soul
No face, no name, no number
Oh love is like a thunder
Oh love is like the heaven, it's so hard to find
No face, no name, no number
Oh girl I'm not a hunter
Your love is like a river, flowing in my mind

Feel your dreams are flying, dreams are never dying
I don't go, go, go, oh no
You're eyes tells a story, baby oh don't worry
When you go, go, go, oh no
Baby cause I love you
Forever and today
Baby I will kiss you but I have to say


Με πολύ καλό ήχο


modern talking: no face no name no number... στα περσικά


Read more!

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

Ο Ντ. Χριστιανόπουλος στην Βιβλιοθήκη της «Ε»! Η Παπαγιαννοπούλου μη σοβαρή περίπτωση, η Δημουλά πυροτέχνημα, ο Ρίτσος... ήμουν εχθρός του φανατικός!


Ο τραγουδοποιός Ντίνος Χριστιανόπουλος ανθολογεί τον ποιητή Βασίλη Τσιτσάνη

Από τον Χρήστο Παρίδη

Μονήρης, εργασιομανής, βαθιά ανθρώπινος. Σταθερός στις αρχές και στις αξίες που υπερασπίζεται -με ανάλογες συνέπειες- δεκαετίες τώρα, με το θάρρος της γνώμης που λίγοι έχουν, χωρίς συμμάχους και παντοδύναμα κέντρα εξουσίας να τον στηρίζουν. Δεν δέχτηκε και δεν αποδέχτηκε ποτέ τιμές κι απολαβές, αντιστάθηκε με σθένος στις Σειρήνες χωρίς καν να βουλώσει τ' αυτιά του, αρνείται να σιωπήσει κι ας βάλλεται συχνά από εχθρούς και κόλακες κάθε είδους.

«Εχω δεχτεί εκατοντάδες λίβελους στη ζωή μου και το πράγμα θα χειροτερέψει. Την ώρα που συμβαίνουν όλα αυτά όμως, έχω και εκατοντάδες φίλους που μ' αγαπούν!», μου είπε στο τηλέφωνο με αφορμή ένα πρόσφατο κρούσμα. Η «Ανθολογία τραγουδιών του Βασίλη Τσιτσάνη με κριτικό υπόμνημα» γράφτηκε μ' αυτή τη βαθιά ανθρωποκεντρική, εργασιομανή και μοναχική διάθεση που τον διακρίνει. Σκυμμένο κεφάλι, μια λάμπα, ένα παλιό ταπεινό γραφειάκι, κάτω από τα πορτρέτα του Καβάφη και του Τσιτσάνη που κοσμούν τον τοίχο ακριβώς στο σημείο όπου κάθεται, στο διαμέρισμά του στις Σαράντα Εκκλησιές, στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε χρόνια, αφοσιώθηκε, ακούραστος, φοβήθηκε ότι δεν θα προλάβει όταν πριν από μερικά χρόνια πέρασε μια περιπέτεια με την καρδιά του, αλλά τώρα τον βρήκα απολύτως ικανοποιημένο! Ολα είναι στην τελική ευθεία. Το βιβλίο βγαίνει -ευχής έργο θα ήταν να συνοδευόταν και με μια κασετίνα με τα τραγούδια- και όσοι το περιμένουν, ελπίζουν ότι το κριτικό πνεύμα και η ερευνητική συνέπεια του Ντίνου Χριστιανόπουλου θα προσδώσουν μια άλλη διάσταση στο έργο του σπουδαίου ρεμπέτη. Με αφορμή την επικείμενη έκδοσή του δέχτηκε να παραχωρήσει αυτή τη συνέντευξη, παρόλο που, όπως μου διαμαρτυρήθηκε, «έχουν πια ξεπεράσει οι συνεντεύξεις τον αριθμό των ποιημάτων μου κι άρχισαν να εμφανίζονται και πλαστές που δεν έχω δώσει καν!».

Πείτε μου λίγα λόγια για τον Βασίλη Τσιτσάνη. Χρόνια ολόκληρα σας βλέπω να τυραννιέστε μ' αυτήν την εργασία γύρω από το έργο του. Τι ακριβώς ετοιμάζετε; Ή μάλλον, τι ήταν αυτό που σας τράβηξε τόσο στο να καταπιαστείτε με το έργο του; Του αποδίδετε ιδιότητες ποιητή;

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: Ο Τσιτσάνης ήταν κατ' αρχάς μεγάλος λαϊκός συνθέτης, αλλά και ένα άτομο πολλαπλά προικισμένο. Εγραφε μουσική, ήταν οργανοπαίκτης, ερμήνευε τα τραγούδια του και τέλος, έγραφε και τους στίχους. Το ότι ήταν και ποιητής το έχω διαπιστώσει από ένα απλό γεγονός. Ενα από τα τραγούδια του βασίζεται σε ποίημα της Ανθούλας Σταθοπούλου, γυναίκας του Βαφόπουλου, σοβαρή περίπτωση ποιήτριας. Το διασκεύασε λοιπόν και το έκανε ακόμα καλύτερο! Εχοντας δει και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις με πείθει ότι είχε αληθινή ποιητική φλέβα. Πάντως, το ότι διέθετε τις τέσσερις αυτές ιδιότητες -μουσική, όργανο, στίχο και φωνή-, που μόνον ο Βαμβακάρης από τους υπόλοιπους ρεμπέτες τις κατείχε εξίσου όλες, αυτό τον έκανε έναν σημαντικό λαϊκό συνθέτη. Από εκεί και πέρα εγώ έκανα κάτι επιπλέον για να αποδείξω πόσο καλός ήταν. Πέταξα τις σαβούρες και κράτησα 187 τραγούδια. Γιατί ο Τσιτσάνης είχε γράψει 700. Υπερβολικά πολλά!

Πόσο σημαντικός μπορεί να θεωρηθεί αφού του ξεσκαρτάρετε τα περισσότερα από αυτά τα 700 τραγούδια;

Ν.Χ.: Η αναλογία είναι ένα στα τέσσερα. Το ένα που διαλέγω όμως είναι αριστούργημα και αυτομάτως η ποιότητα ανεβαίνει, και μάλιστα πάρα πολύ.

Οπότε θα χαρακτηρίζαμε τον Τσιτσάνη όχι απλώς σπουδαίο συνθέτη, αλλά έναν μεγάλο λαϊκό καλλιτέχνη;

Ν.Χ.: Ακριβώς. Εναν λαϊκό καλλιτέχνη που διαρκώς ανεβαίνει. Εχει περάσει μιαν εικοσιπενταετία από τον θάνατό του. Κανονικά θα έπρεπε να είχε σβήσει εντελώς. Αντιθέτως, αγαπιέται και ζητιέται όλο και περισσότερο. Ενα φαινόμενο ανάλογο του Καβάφη. Ενώ έχουν περάσει τόσα πολλά χρόνια από τον θάνατο και των δύο, η αξία τους όχι απλώς δεν έσβησε, αλλά καλπάζει...

Είχατε πρόσβαση δισκογραφικά και στα 700 τραγούδια;

Ν.Χ.: Βεβαίως! Χάρη στον συνεργάτη μου Νίκο Στρουθόπουλο, παθιασμένο συλλέκτη, με τεράστιο αρχείο κασετών όλων των τραγουδιών του Τσιτσάνη· τα άκουσα και τα επτακόσια. Ξέρεις τι αγωνία είναι αυτή; Βάσταξε χρόνια.

Μαζί με τον Νίκο Στρουθόπουλο έχετε ιδρύσει και την «Παρέα του Τσιτσάνη», με την οποία παίζετε τα τραγούδια του σε εκδηλώσεις. Παράξενη πρωτοβουλία για έναν ποιητή.

Ν.Χ.: Την «Παρέα του Τσιτσάνη» την ιδρύσαμε το 1998. Ενα μικρό συγκρότημα που αποτελείται από τέσσερα μέλη. Τον Στρουθόπουλο, που παίζει καταπληκτικό μπουζούκι, τον κιθαρίστα Νίκο Ζιγούρα, την τραγουδίστρια Δώρα Στρουθοπούλου κι εμένα που κάνω τα σεκόντα.

Έχετε τραγουδιστικές ικανότητες;

Ν.Χ.: Το τραγούδι το λάτρευα από μικρός κι έχω συμμετάσχει σε πέντε χορωδίες στη ζωή μου, παιδικές, φοιτητικές και άλλες. Τα ρεμπέτικα τα είχα μεράκι και τα είχα τραγουδήσει δημόσια και πριν από το 1993, έτος γνωριμίας μου με τον Στρουθόπουλο. Τα τελευταία χρόνια συμμετέχω κι εγώ σ' αυτή την παρέα, κάνοντας ντουέτο με την κόρη του. Με τόση επιτυχία δε, που ανεβάζει κατά πολύ την ποιότητα του συγκροτήματος.

Έχετε ξαναγράψει μικρότερης εμβέλειας κείμενα για τον Τσιτσάνη. Τι έρχεται να προσθέσει η νέα σας εργασία; Μια πιο εμπεριστατωμένη έρευνα;

Ν.Χ.: Για το ρεμπέτικο και για τον Τσιτσάνη έχω γράψει καμιά δεκαριά βιβλιαράκια. Τα τέσσερα αποκλειστικά για τον Τσιτσάνη. Το καινούριο αυτό βιβλίο περιέχει τα παλιά, αλλά βελτιωμένα. Είναι ποιοτικά πιο ολοκληρωμένο και αξιολογότερο. Είναι μια έρευνα βαριά και δύσκολη, για την οποία έφαγα δεκαπέντε χρόνια. Το θεωρώ επιπέδου πανεπιστημιακής διατριβής. Το μισό είναι ανθολογία τραγουδιών και το άλλο μισό έρευνα για κάθε ένα από αυτά τα τραγούδια ξεχωριστά. Τα αναλύω αφιερώνοντας στο καθένα τους από μία έως τέσσερις σελίδες, ανάλογα με τη σημασία του.

Θα λέγατε ότι καλλιτεχνική πατρίδα του ήταν η Θεσσαλονίκη;

Ν.Χ.: Ο Τσιτσάνης είχε τρεις πατρίδες. Τα Τρίκαλα, που ήταν η πόλη όπου γεννήθηκε, την Αθήνα όπου πήγε να σπουδάσει και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, και τη Θεσσαλονίκη, όπου τοποθετήθηκε όταν επιστρατεύτηκε. Στη Θεσσαλονίκη, επίσης, παντρεύτηκε και έκανε και το πρώτο του παιδί. Μια σχέση με την πόλη που κράτησε από το 1938 έως το 1946, με κάποια διαλείμματα. Το περίφημο «Ουζερί Τσιτσάνης» το κράτησε ο ίδιος μόνο έναν χρόνο και μετά λειτούργησε κάτω από άλλη διεύθυνση, άλλα τέσσερα χρόνια. Η αλήθεια είναι ότι στη Θεσσαλονίκη πρόλαβε και έγραψε τα καλύτερά του τραγούδια.

Σε τόσο σύντομο διάστημα;

Ν.Χ.: Κοίταξε να δεις τι συνέβη. Υπήρξε αυτό που λέμε «παιδί-θαύμα». Αυτό σημαίνει ότι όσο ήταν μικρός έγραψε μερικά καταπληκτικά τραγούδια, ενώ όσο μεγάλωνε, τα καλά λιγόστευαν. Ετσι, πολλά από τα πρώτα του τραγούδια που είχε γράψει στα Τρίκαλα, τα επεξεργάστηκε στη Θεσσαλονίκη, ενόψει της εγγραφής τους σε δίσκο. Συν αυτά που όντως έγραψε εδώ. Και ο ίδιος παραδέχεται ότι η καλύτερη περίοδος της ζωής του ήταν η Θεσσαλονίκη. Οταν πια βρέθηκε στην Αθήνα, είχε αρχίσει και το περίφημο κραχ του ρεμπέτικου. Παρόλο που έκανε τρομερές επιτυχίες κι εκεί, γύρω στο 1953 το ρεμπέτικο αρχίζει να καταρρέει.

Πάντως, μοιάζει να του δίνετε σημασία εφάμιλλη ενός «εθνικού» ποιητή, όπως άλλοι δίνουν στον Σεφέρη και στον Ελύτη...

Ν.Χ.: Η σημασία του Τσιτσάνη στο ρεμπέτικο είναι μεγαλύτερη από τη σημασία που έχει ο Σεφέρης στον χώρο της ποίησης. Γι' αυτό και τον συνδέω με τον Καβάφη. Γι' αυτό και θυσίασα τόσα χρόνια κι έχυσα τα μάτια μου. Μια πραγματική θυσία εις βάρος του δικού μου δημιουργικού έργου στον χώρο του τραγουδιού. Εχω γράψει κι εγώ τραγούδια, όχι βέβαια τόσο σπουδαία όσο τα ποιήματά μου, αλλά αντί να προωθώ αυτά αφιερώθηκα στον Τσιτσάνη. Χώρια που έπαψα να γράφω ποιήματα όλο αυτό το διάστημα.

Γράφετε ακόμα ποίηση;

Ν.Χ.: Πάντα έγραφα λίγα, αλλά σταθερά. Δηλαδή τρία τέσσερα τον χρόνο. Αυτή τη δεκαπενταετία είχα σταματήσει τελείως και δεν έγραψα παρά μόνο πέντε ή έξι. Τώρα μόνο που ολοκληρώθηκε η εργασία αυτή, ξανάρχισα.

Τα τραγούδια σας είναι, βέβαια, λιγότερο γνωστά στο πλατύ κοινό.

Ν.Χ.: Γράφω τραγούδια από το 1945, από ηλικία δεκατεσσάρων χρόνων, όταν μελοποίησα ένα δικό μου ποίημα, το «Παράπονο ξενιτεμένου». Ακόμα και τώρα το θεωρώ ένα προανάκουσμα των ενδιαφερόντων μου για το λαϊκό τραγούδι. Αμέσως μετά, στα δεκαπέντε μου, μελοποίησα τέσσερα ποιήματα του Νίκου Καββαδία από το «Πούσι», καμωμένα αυθόρμητα στο ύφος των ελαφρολαϊκών, τα οποία αφού τα χάρηκα κατάλαβα ότι ήταν μέτρια και στο τέλος τα πέταξα. Από τότε, δεν έπαψε να με απασχολεί το θέμα κι έτσι το 1968 έγραψα μονοκοπανιά και απνευστί άλλα 33 τραγούδια. Αυτά είναι σοβαρά και τουλάχιστο τα μισά, πολύ καλά. Μ' αυτά έβγαλα δύο δίσκους, ενώ παράλληλα απέκτησα μερικούς αφοσιωμένους ερμηνευτές που τα έχουν τραγουδήσει σε δικές τους ηχογραφήσεις, σύνολο πέντε δίσκοι.

Έχει αναπτυχθεί μια ολόκληρη μυθολογία γύρω από τη στιχουργό Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου που συνεργάστηκε και με τον Τσιτσάνη. Εσάς σας αρέσουν τα τραγούδια της;

Ν.Χ.: Κατά τη γνώμη μου δεν πρόκειται για σοβαρή περίπτωση. Έχω διαβάσει και ποιήματα της και στιχουργήματά της και συμφωνώ απολύτως με τον Τσιτσάνη που τη χαρακτήριζε ελεεινή και απαράδεχτη. Το κλασικό παράδειγμα είναι τα «Καβουράκια», από τα οποία οι 60 στίχοι είναι του Τσιτσάνη και μόνον οι 2 της Παπαγιαννοπούλου. Δεν είναι σωστό που ο Λευτέρης Παπαδόπουλος αποδίδει το 100% των στίχων στην Ευτυχία!

Βλέπω να χαίρετε μιας μεγάλης αποδοχής τα τελευταία χρόνια τόσο από τον απλό κόσμο όσο και από τους κρατούντες...

Ν.Χ.: Οπως ξέρεις, πέρασα νιάτα κατατρεγμένα. Υπέφερα πολύ και μερικοί με έλεγαν ομοφυλόφιλο. Αλλά είχα πείσμα. Πώς κατάφερα και ξεπέρασα όλο αυτό το βραχυκύκλωμα δεν ξέρω. Πάντως το ξεπέρασα. Τώρα, τα πράγματα άλλαξαν, ο κόσμος με αγαπάει. Και μου το δείχνει συνεχώς και παντοιοτρόπως. Εχουν φτάσει να μου φιλάνε στον δρόμο τα χέρια σαν να 'μαι μητροπολίτης, πράγματα δηλαδή που με κάνουν να ντρέπομαι. Οι πιο πολλοί βέβαια με ξέρουν από την τηλεόραση. Ακούνε να λέω λογάκια, αλλά τα λογάκια δεν είναι ποίηση.

Νομίζω ότι εκφράζετε την ενστικτώδη αποστροφή τους απέναντι σε κάθε τι κίβδηλο, όπως επίσης το γεγονός ότι είστε από τους ελάχιστους «πατριώτες» που έχουν μείνει χωρίς να χρωματίζεστε κομματικά...

Ν.Χ.: Δεν μ' αρέσει να καυχιέμαι ότι είμαι Ελληνας σαν τον Ελύτη, αλλά όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, παίρνω την πατριωτική πλευρά. Με την παγκοσμιοποίηση που όλα είναι ρευστά και πάνε από το κακό στο χειρότερο, η αφυδάτωση των ελληνικών θέσεων έχει παραγίνει. Θέλω να κρατήσω κάποια ιχνοστοιχεία ελληνισμού και δεν μετανιώνω.

Σας απασχολεί η ονομασία της χώρας που εκτείνεται βορείως των συνόρων μας;

Ν.Χ.: Είμαι από τους πρώτους που παραδέχτηκα ότι άλλο πράγμα είναι οι Βούλγαροι και άλλο οι Σλαβομακεδόνες. Δηλαδή ότι υπάρχει σλαβομακεδονική μειονότητα. Από κει και πέρα η περίπτωση των Σκοπίων είναι εμετική. Προσπαθούν να κάνουν το άσπρο, μαύρο και να μας πείσουν ότι ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν Σλάβος. Ενώ εμφανίστηκαν το 550 μ.Χ., έχουν το θράσος να μιλάνε για το 400 π.Χ.! Αλλά πώς να αντιδράσεις; Το θέμα είναι τετελεσμένο! Δεν τους υποστηρίζουν οι Αμερικάνοι; Ε, θα γίνει αυτό που θέλουν οι Αμερικλάνοι.

Η Θεσσαλονίκη θεωρείται ιδιαίτερα συντηρητική πόλη. Τι λέτε;

Ν.Χ.: Η Θεσσαλονίκη είναι ένα αίνιγμα που δεν μπορώ να το λύσω. Οταν λέω ότι είναι μια ελεεινή πόλη, δεν μπορώ να ξεχάσω ότι έχει και τις θετικές της πλευρές. Οταν πάλι θυμάμαι τις θετικές, δεν μπορώ να ξεχάσω πόσο απαίσια μου συμπεριφέρθηκε. Ενώ καταλαβαίνω καλύτερα αυτό που λέγεται Ελληνισμός και που είναι διάχυτο και γενικό, τη Θεσσαλονίκη δεν την καταλαβαίνω. Ισως να εξηγείται διότι ήρθαν πρόσφυγες από πολλά μέρη και ανακατώθηκαν και δεν έχει την ομοιογένεια που έχει η νότια Ελλάδα. Μια πόλη που προωθεί τους γλείφτες και τα τσανάκια, κάνοντας κακό στον ίδιο της τον εαυτό. Από την άλλη, είτε μ' αρέσει είτε δεν μ' αρέσει, είναι μια πόλη που αγαπώ και το έχω αποδείξει πολλές φορές.

Τηλεόραση δεν έχετε, τι φτάνει μέχρι εδώ μέσα από τα τρομερά που συμβαίνουν σήμερα εκεί έξω;

Ν.Χ.: Το ότι δεν έχω τηλεόραση δεν σημαίνει ότι δεν μαθαίνω τι συμβαίνει. Δεν είμαι απληροφόρητος, ενημερώνομαι. Δεν τρέφω ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον, άλλωστε μην ξεχνάς ότι είμαι 78 ετών. Σε δύο τρία χρόνια θα πεθάνω και τέλειωσε η ιστορία! Θα πεθάνω και θα γλιτώσω απ' όλα τα προβλήματα που ταλανίζουν τον κόσμο. Ας βρουν άλλοι τη λύση.

Ζήσατε σκληρά χρόνια, περάσατε Κατοχή, Εμφύλιο, μεγάλες φτώχειες...

Ν.Χ.: Οχι μόνο τα έζησα, αλλά κινδύνεψα και δύο φορές να πεθάνω από πείνα. Τα πρόλαβα, τα έζησα, τα χώνεψα ή και ταλανίστηκα. Ο,τι ήταν να ζήσω το έζησα και ό,τι ήταν να γράψω το έγραψα, τι άλλο; Είμαι παρά ταύτα αρκετά ευτυχισμένος.

Λέτε σε ένα σας ποίημα «μια καταστροφή θα μας σώσει»...

Ν.Χ.: Ναι, γιατί καταλαβαίνω ότι αν δεν καταστραφούμε δεν θα σωθούμε. Λίγο-πολύ με την Ιστορία έτσι γίνεται. Αν το Βυζάντιο είχε καταστραφεί νωρίτερα, θα είχε δυτικοποιηθεί έγκαιρα κι ίσως έτσι θα είχαμε σωθεί ως Ελληνες. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μια δυτικοποίηση είναι θετικό στοιχείο. Γενικά πληρώνουμε τα σπασμένα τού ότι ο Ελληνισμός συνέβη να βρίσκεται στα Βαλκάνια. Επομένως μια καταστροφή θα είχε φέρει και κάτι καλό.

Ποια είναι η γνώμη σας σήμερα για τον Ελληνισμό;

Ν.Χ.: Ο Ελληνισμός είναι επίσης ένα μυστήριο πράγμα που όσο πιο πολύ το σκέφτομαι τόσο δεν βρίσκω λύση. Εχει πολλά αρνητικά και δεν ξέρω πού θα οδηγηθούμε. Το καλύτερο που έχουμε αποδείξει ως λαός είναι η ενστικτώδης έφεσή μας για τα γράμματα και τον πολιτισμό. Είναι το σημαντικότερο στοιχείο.

Βλέπετε κάτι τέτοιο στους σύγχρονους Ελληνες;

Ν.Χ.: Αν ήξερες πόσο καλά οργανωμένες ήταν οι ελληνικές κοινωνίες επί Τουρκοκρατίας, θα καταλάβαινες πόσο προχωρημένες πολιτιστικά ήταν. Αλλά θα σου πω και τι κακό βρίσκω στον Ελληνισμό, ποιο είναι το μεγάλο του κουσούρι. Εχουμε μια γάγγραινα από τα αρχαία χρόνια, τη διχόνοια. Η Σπάρτη είχε ορκιστεί να εξοντώσει την Αθήνα. Την εξόντωσε με τον Πελοποννησιακό πόλεμο, και τι κατάφερε; Από τότε που καταστράφηκε η Αθήνα, όλα πήγαν προς το χειρότερο. Χωρίς να κερδίσει και η Σπάρτη τίποτα. Αυτό είναι η μοίρα του Ελληνισμού, να τρώγεται εσαεί. Η διχόνοια του Βενιζέλου και του Κωνσταντίνου δεν ήταν κάτι το εφιαλτικό; Ε, λοιπόν, η διχόνοια είναι η καλύτερη απόδειξη ότι είμαστε συνέχεια των αρχαίων Ελλήνων. Ότι υπάρχει με τον ίδιο μηχανισμό και λειτουργεί απαράλλακτα τόσους αιώνες, είναι μεγάλη απόδειξη.

Τώρα που πέρασαν τα χρόνια και έχετε ωριμάσει και μαλακώσει, έχετε αλλάξει γνώμη για κάποιους από όσους είχατε επικρίνει παλαιότερα, είτε δημόσια είτε ιδιωτικά;

Ν.Χ.: Το έχω πει κι άλλες φορές ότι έχω μετανιώσει για πολλές περιπτώσεις ως προς τη στάση μου απέναντι σε πνευματικούς ανθρώπους. Λόγου χάριν με τον Ρίτσο, με τον οποίο ήμουν φανατικά εχθρός και αντίπαλος, καταλαβαίνω ότι δεν είχα εκτιμήσει όσο έπρεπε ένα θετικό του στοιχείο: την απλή του γραφή. Δίπλα στον ερμητισμό του Σεφέρη που καταντάει αφόρητος, ο Ρίτσος είναι νεράκι κρυστάλλινο. Βέβαια, εξακολουθώ να μην τον εκτιμώ ως ποιητή, διότι έγραψε είκοσι χιλιάδες ποιήματα. Φοβερό! Ο ποιητής δεν πρέπει να αφήνεται σε τέτοιο αυτοσχεδιασμό.

Για τον Σεφέρη τι έχετε να πείτε σήμερα;

Ν.Χ.: Τον Σεφέρη τον συμπαθούσα και τον επέκρινα λιγότερο. Έχει κάνει πράγματα που με επηρέασαν λίγο. Αλλά επειδή έμπλεξε πολύ με την πολιτική, πότε με τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό ως γραμματέας, πότε με τη διπλωματία, με ενοχλεί ο βίος του. Ως ποιητής ήταν καλός, αλλά δύσκολος και ερμητικός.

Για την Κική Δημουλά, που απολαμβάνει στις μέρες μας μεγάλες τιμές, τι πιστεύετε;

Ν.Χ.: Την έχω παρακολουθήσει από πολύ νωρίς γιατί είμαστε συνομήλικοι κι έχω διαβάσει τουλάχιστον το μισό της έργο. Από τότε που απαρνήθηκε εντελώς τον Καβάφη γύρισε και έκανε μια άλλου είδους ποίηση. Την ποίηση του έξυπνου και του παράλογου, η οποία εν μέρει την ωφέλησε. Τώρα, τι θα επιβιώσει απ' όλα αυτά, δεν ξέρω. Η Δημουλά μου φαίνεται ένα λαμπρό πυροτέχνημα, το οποίο όμως δεν θα 'χει συνέχεια.

Θα επιβιώσει η ελληνική γλώσσα;

Ν.Χ.: Η ελληνική γλώσσα, μωρό μου, ακολουθεί την ιστορική της τύχη. Κάποτε, στα ελληνιστικά χρόνια, ήταν παγκόσμια. Λίγο αργότερα, ως γλώσσα του Βυζαντίου, υποβιβάστηκε μεν, αλλά εξακολούθησε να είναι απλωμένη σ' όλη τη Μικρά Ασία. Τώρα με την αγγλική, οι πιθανότητες της είναι πάρα πολύ μικρές. Στο δε μέλλον, ακόμα μικρότερες. Η γλώσσα σιγά σιγά θα λιγοστεύει από πλευράς αναγνωστών και ίσως στο τέλος χαθεί.

Μα, αν χαθεί η γλώσσα, δεν θα αφανιστούμε και ως λαός;

Ν.Χ.: Κι αυτό είναι πιθανό. Αρκεί να το θελήσουν οι Αμερικλάνοι και να το πραγματοποιήσουν οι Τούρκοι. Μήπως δεν το είδαμε στις μέρες μας με την Κύπρο; Χάρη στη μεγαλοψυχία του Κίσινγκερ, μας άρπαξαν, αντί για όλο το νησί, μόνο το 50%. Παρόμοια σενάρια μας περιμένουν κι εμάς!


Βιβλιοθήκη, Πέμπτη 2 Απριλίου 2009


Read more!

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

Αφήνει την ευημερία του καφέ του χαμογελά σε όποιον τον κοιτάζει, παρηγοριέται, γιατί έχει ένα μυστικό...Ζωή είναι να προχωράς διπλώνοντας σημαίες.


Ο άντρας της Δευτέρας με το μυστικό

Αυτή τη Δευτέρα του Απρίλη την εύκρατη κι εργατική
πολύ νωρίς το πρωί, χωρίς να έχει κοιμηθεί·
στην καφετέρια διασταυρώνεται ο γύπας
των εργασιακών ωραρίων,
ανάμεσα σε φλυτζάνια, φρυγανισμένες φέτες κι εφημερίδες
συζητούνται οι τελευταίες ειδήσεις,
και ο άντρας του μυστικού
καταδύεται στο τούνελ μιας νέας βδομάδας.
Αφήνει την ευημερία του καφέ του
χαμογελά σε όποιον τον κοιτάζει, παρηγοριέται,
γιατί έχει ένα μυστικό.

Τα νεανικά κορμιά είναι παρόντα,
αλλά μας έχει επιβληθεί από το παρελθόν
η αυθαίρετη αφέλεια των συζητήσεών τους.
Ο άντρας με το μυστικό το καταλαβαίνει
στο δρόμο για τη δουλειά,
όταν οι μαθητές γεμίζουν το λεωφορείο
κι ένας σαματάς των κορμιών με το πλυμένο πρόσωπο
εξουσιοδοτείται από τη Δευτέρα.
Τους βλέπει να μεγαλώνουν, παρατηρεί
μια κραυγή μυστηρίου στα μάτια τους,
μετά μια ανησυχία ξεθωριασμένη
από την χρήση χρόνου.
Ζωή είναι να προχωράς διπλώνοντας σημαίες.

Ο άντρας με τ' αναμμμένα μάτια
τραυματίζεται με τ' ακαδημαϊκά τριαντάφυλλα,
καταφέρνει ανάμεσα σε χαιρετισμούς, μαχαιριές και κυπαρίσσια
να διασχίσει την πανεπιστημιούπολη,
να διατρέξει τους διαδρόμους σε αναζήτηση της τάξης του
για το μάθημά του,
αλλά έχει ένα μυστικό
και το θέμα δεκαεννέα μετατρέπεται
σε υλικό έκπληξης,
ποιήματα που δραπετεύουν απ' τη σελίδα,
στίχοι που φτάνουν στην κορυφή
μιας ματιάς σε αγωνία,
κάποιος που αφήνει σημειώσεις
και βιβλία κειμένου,
για να κλείσει τα χέρια μέχρι να πληγωθούν
με άλλο ζωντανό τριαντάφυλλο
πολύ πιο ανηλεές,
το τριαντάφυλλο ενός μυστικού στην ψυχή μιας Δευτέρας.

Ανοίγει την πόρτα του γραφείου
και τα βιβλία χαμογελούν σαν παλιοί συνένοχοι.
Σ' αυτά έχει διαβάσει αυτό που νιώθει,
μόνο λογοτεχνία ανατρεπτική.
Αλλά αυτή τη φορά όχι,
σήμερα το πρωί όχι,
και ο άντρας του μυστικού σηκώθηκε,
κοιτάχτηκε στον καθρέφτη,
και ανακάλυψε το αίνιγμα
των παράξενων αναμμένων ματιών του,
και είπε πως όχι,
αυτή τη φορά όχι.

Και η πόλη; Άνοιχτή
απ' το φως, κορμί τεντωμένο,
έχει αλλάξει δέρμα στο παράθυρο.
Και δεν θα είναι υπομονή, ούτε δρομάκι νυχτερινό,
ούτε εργατική μέρα κυκλοφορίας αμφίβολης.
Έτσι πάει στο τηλέφωνο,
ψάχνει το μπλε μελάνι στο σημειωμένο νούμερο
στην άδεια οδήγησης,
η κατάσταση μιας Δευτέρας
που πια δεν έχει επιθυμία ημερομηνίας
αλλά γεύσης από φρούτα στα χείλη.
Ο άντρας με το μυστικό σημειώνει και λέει:
«Καλημέρα, εγώ είμαι, τελείωσα».

Luis García Montero
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη


Read more!

Teresa Gómez:...λέξεις πικρές σαν την απόσταση λέξεις φιλί που στεγνώνουν τα δάκρυά μου, λέξεις τρυφερές σαν τα χείλη σου στα μαλλιά μου...


Λέξεις στο δέρμα

Ι

Έκανες μια πολύ ωραία κίνηση
εκεί, μαζί με την επιθυμία.

Διάλεξες τ' όνομά μου για να κοιμηθώ μαζί σου,
αλλά δεν με άφηνες να χαϊδεύω τα μάτια σου.

Μου έβαλες λέξεις στο στόμα,
λέξεις στα χέρια,
λέξεις στο δέρμα
που μ' έντυσαν σαν αυτοκράτειρα.
Αλλά δεν με άφηνες να χαϊδέψω τα δάχτυλά σου.

Επινοούσες τη μουσική,
τα κύματα εκείνης της μακρινής θάλασσας,
κι έσερνες αστέρια στα βήματά σου
που καρφιτσώνονταν μετά στα μαλλιά μου, τα τόσο μαύρα.
Σ' αυτό το μικρό σπίτι όπου ζω
εγκαταστάθηκε ο μορφασμός σου, παιδιού τρομαγμένου
και περνούν οι νύχτες με το γέλιο σου στις ώρες,
με τ' όνομά μου στο στόμα σου, όπως κάθε σύνθημα.

Και περνούν ποτάμια που είναι σαν τα μπράτσα σου,
που είναι σαν το κορμί σου που διασχίζεται από ψάρια,
βυθισμένο στα βάθη των ονείρων μου.

και ΙΙ

Στη Silvia

Λέξεις σιωπή για ξεκούραση,
λέξεις καράβι που πλέουν στα όνειρά μου,
λέξεις ελεύθερες να με ξεσηκώνουν,
λέξεις δύναμη στη ρημαγμένη καρδιά μου,
λέξεις πικρές σαν την απόσταση
λέξεις φιλί που στεγνώνουν τα δάκρυά μου,
λέξεις τρυφερές σαν τα χείλη σου στα μαλλιά μου,
λέξεις φως που φωτίζουν το πεπρωμένο μου,
λέξεις γέλιο,
χάρισέ μου λέξεις.

Μίλα μου
μακρινός,
ισχυρός,
έμπιστος.

Φέρε μου με το στόμα σου την ελπίδα.

Δώσε μου τη φωνή σου, αγάπη μου,
για να περάσω την αδιαπέραστη γέφυρα της ζωής.

Teresa Gómez
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη


Read more!