Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009

Χιονισμένη Πρωτοχρονιάααα; Έλα μου;


Όχι τίποτ' άλλο, άντε να κατεβάζεις μαγιό πάλι...


Read more!

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

Όχι, δε θα πω τίποτε της μάνας. Κι αν το πω, θα χαρεί, θα με παινέσει, θα με φιλήσει κι ύστερα σκόλασε. Θα της κάνω εγώ δουλειά που να μην έχει πού να με βάλει. Θα της πετσώσω τα τσαρούχια απόψε, δίχως να ξέρει τίποτε. Και το πρωί, σαν τα φορέσει, να τα ιδεί και να θιαμαίνεται.

Ένα πολύ τρυφερό διήγημα πασχαλιάτικο, επίκαιρο και πάλι... Ποιος να μας το 'λεγε...


Παιδικοί καημοί και πασχαλινή χαρά

ΜΕΣ στα πολλά τα βάσανα της φτώχειας μας, να και τούτο: Τρυπήσανε τα τσαρούχια μου.

Της μάνας μου δεν της είπα τίποτε. Της έφταναν οι άλλες έγνοιες που 'χε, χήρα κι απροστάτευστη γυναίκα, να ξενοδουλεύει και να βγάζει το ψωμί των παιδιών της. Εξήλωσα από το αναγνωστικό μου της περασμένης χρονιάς -της β' Δημοτικού- τα χοντρά χαρτόνια -πετσιά τα λέμε στον τόπο μου- που ήταν δεμένο το βιβλίο, τα 'κοψα με το σουγιά μου στο σχήμα των τσαρουχιών μου, και τα 'βαλα από μέσα πάτους, για να προφυλάγω τα πόδια μου από τα στουρνάρια, τα χιόνι και τα νερά. Και τι καλά που είχαν έρθει! Ούτε ο τσαρουχάς ο καλύτερος δε θα τα 'φκιανε έτσι, σκέφτηκα. Θα περάσω τώρα όλο το χειμώνα, κι η μάνα μου δε θα στενοχωρεθεί. Το κατόρθωμα αυτό σκέφτηκα να το πω και της μάνας μου το βράδυ, σαν θα γύριζε από το χωράφι. Και με το νου μου έπλαθα τις παίνιες που θα μου 'κανε, και τα φιλιά της και τα χάδια της.

«Προκομμένο κι έξυπνο παιδί μου, να μου ζήσεις. Από σένα καρτερώ στη φτώχεια μου ανασασμό. Πότε να μου μεγαλώσεις!» Και με το νου μου πάλι έβανα τη χαρά της, γιατί βρέθηκε τρόπος να πετσώνουμε τα τσαρούχια μας με τα «πετσιά» των παλιών βιβλίων μας ή των βιβλίων των παιδιών της γειτονιάς.

Εγώ θα ξεγελούσα τα παιδιά να μου τα δίνουν. Μα δε θα τους έλεγα τι τα θέλω. Και θα 'κανα τη δουλειά μου. Ας χιόνιζε όσο ήθελε· τα τσαρούχια θα τα 'χαμε γερά, κι εγώ, κι η μάνα, κι η Λένη, κι ο Κωστούλας.

Ούτε και της Λένης, της μεγαλύτερής μου αδελφής, της είπα τίποτε. Ήθελα να το πω εγώ πρώτος της μάνας μου, κι εγώ πρώτος τις παίνιες της να πάρω. Μα ούτε και του Κωστούλα, του μικρότερού μου αδελφού, πάλι, είπα τίποτε. Ε, αυτός ήταν μικρός κι από τέτοια δεν καταλάβαινε. Κι είχε γούστο να 'λεγε ύστερα, πως αυτός τη βρfjκε αυτή τη μηχανή. «Μηχανή» έλεγα την εφεύρεσή μου.

«Κάνε τη δουλειά σου, είπα, Θάνο μου, κι άσ' τον αυτόν, που δεν καταλαβαίνει. Εγώ είμαι ο έξυπνος κι ο προκομμένος. Απόψε θα μου το ξαναπεί η μάνα.»

Απάνω σ' αυτές τις συλλογές, με χαρά μου άκουσα την καμπάνα τoυ σχoλείoυ να σημαίνει για τ' απογεματινό το μάθημα. Κι ήταν να μη χαρώ; Ας είχε έξω όσες λάσπες ήθελε. Εγώ τα τσαρούχια μου τα 'χα διορθώσει με τη «μηχανή» μου. Μα εξόν απ' αυτό, καθώς έχω παρατηρήσει, όλοι οι άνθρωποι ανυπομονούν να χρησιμοποιήσουν κάτι που έφκιασαν. Βάλτε τώρα με το νου σας πόση θα είναι η ανυπομονησία, όταν το έργο αυτό είναι γέννημα του μυαλού τους.

Γρήγορα γρήγορα άρπαξα τη σάκα μου με τα βιβλία, βγήκα στο διάδρομο όπου είχα κρυμμένα τα τσαρούχια μου, για να μην τα δουν η Λένη κι ο Κωστούλας, τα φόρεσα με χαρά στην καρδιά, κι ενώ τα κοίταζα και τα καμάρωνα, κατέβηκα τη σκάλα. Όταν έφτασα στη θύρα, κοίταξα με περιφρόνηση τις λάσπες, που σαν αδιάβατος βούρκος απλώνονταν πέρα πέρα στο δρόμο, και με μεγάλη αποφασιστικότητα χύθηκα να τις πατήσω. Να ιδούν πως δεν τις έχω πια ανάγκη! «Κι αν είστε σεις στον κόσμο, κυρα-λάσπες, είμαι κι εγώ με τα πετσιά μου», σκέφτηκα. Και μπλάτσα-μπλούτσα τις πάταγα με πείσμα.

Μα είχα και μια μικρή λύπη. Το σχολείο ήταν πολύ κοντά στο σπίτι μου και θα 'φτανα γρήγορα. Κι έτσι δε θα χαιρόμουν το θρίαμβό μου πολλή ώρα.

«Μπα, είπα, η καμπάνα τώρα χτύπησε. Το μάθημα θ' αργήσει. Και δεν πάω από τούτον τον άλλο δρόμο, που είναι και μακρινότερα, κι έτσι να περπατήσω πιο πολύ; Από τούτον περνούνε και τα σφαχτά του χωριού κι έχει περισσότερες λάσπες. Και δεν πα' να 'χει; Τι ανάγκη έχω; Ποδεμένος είμαι.»

Και πήρα τον μακρινότερο το δρόμο. Μια στιγμή στάθηκα. Μια καλή σκέψη είχε κατεβεί στο κεφάλι μου. Στάθηκα να τη συλλογιστώ με άνεση. «Α, έτσι θα κάνω!» φώναξα με χαρούμενη φωνή, βουτηγμένος μες στις λάσπες. Και πάλι ξανάφερα στο νου μου εκείνο που μου 'χε κατέβει ξαφνικά.

«Όχι, δε θα πω τίποτε της μάνας. Κι αν το πω, θα χαρεί, θα με παινέσει, θα με φιλήσει κι ύστερα σκόλασε. Θα της κάνω εγώ δουλειά που να μην έχει πού να με βάλει. Θα της πετσώσω τα τσαρούχια απόψε, δίχως να ξέρει τίποτε. Και το πρωί, σαν τα φορέσει, να τα ιδεί και να θιαμαίνεται. Καλά που μου 'ρθε στο νου μου», είπα και ξεκίνησα πηδώντας από τη χαρά μου. «Θ' απορήσει και θα μ' αγαπάει πλειότερο κι από τη Λένη κι από τον Κωστούλα.»

Εκείνο το δειλινό είχαμε αριθμητική. Μα πού, εμένα ο νους μου δε σάλευε από την εφεύρεσή μου. Καμιά προσοχή στο μάθημα. Δεν έβλεπα την ώρα να νυχτώσει,. για να γυρίσει η μητέρα μου να της «πετσώσω τα τσαρoύχια».

Ο δάσκαλός μου, φαίνεται, θα με κατάλαβε πως αλλού ήμουν κι αλλού είχα το νου μου. Εύκολο πράγμα αυτό. Γι' αυτό, παιδιά, σας συμβουλεύω να 'χετε πάντα το νου σας στο μάθημα, γιατί με το αντίθετο και ζημιώνεστε, μα και χωρίς άλλο θα σας πιάσει ο δάσκαλός σας και δεν είναι καθόλου όμορφη μια επίπληξη.

Φαίνεται, που λέτε, πως θα με κατάλαβε ο δάσκαλος και με ρώτησε ξαφνικά -σαν τώρα το θυμούμαι:

- Οκτώ συν έξ, Παπαχαρίση;

- Είκοσι δύο! απάντησα εγώ δυνατά δυνατά και μ' άλλη χαρά τώρα, γιατί θα 'παιρνα και καλό βαθμό για την ωραία μου απάντηση. Μα η επίπληξη του δασκάλου: ,«τον κακό σου τον καιρό, πρόσεχε, δεν έχεις το νου σου εδώ», και τα χάχανα των συμμαθητών μου μ' έβγαλαν από την απατηλή ελπίδα του καλού βαθμού που πρόσμενα.

Ντροπιασμένος από την επίπληξη του δασκάλου κι από τα γέλια των συμμαθητών μου, και λυπημένος μήπως μου βάλει ο δάσκαλος κακό βαθμό, έσκυψα το κεφάλι.

Μα γρήγορα ξαναγύρισε στο μυαλό μου η πρώτη σκέψη για το ανεπάντεχο που θα σκάρωνα της μάνας μου, και βρήκα τρόπο να παρηγορηθώ. «Έκανα κι εγώ ένα λάθος μια φορά, σκέφτηκα, και θα μου βάλει κακό βαθμό; Μπα, δεν πιστεύω. Γιατί δεν τον έγραφε αμέσως στον κατάλογο; Αυτοί που γέλασαν; Αν τους κόβει, ας κάνουν τέτοιες μηχανές, σαν αυτές που κάνω εγώ!»

Στο διάλειμμα εθύμωνα μ' όλα τα παιδιά, γιατί δεν κοίταζαν τα τσαρούχια μου και δε με ρωτούσαν τίποτε. «Ναι, κι αν με ρωτήσουν, ξέρεις, εγώ θα πω», έλεγα πάλι με το νου μου. Και κοίταζα λαίμαργα ποιος έχει χοντρότερα «πετσιά» στο βιβλίο του. «Μωρέ, θα σας ξεγελώ και θα κάνω τη δουλειά μου χωρίς να ξέρετε τι τα θέλω» συλλογιζόμουν.

Σκέφτηκα να κάνω αρχή και να ζητήσω από την ώρα εκείνη από κανένα φίλο μου κανένα «ζευγάρι πετσιά», μα όχι, πάλι το μεταβρήκα· αν καταλάβαιναν; ... Έπειτα η «Ιερά Ιστορία» της Λένης -αυτή δεν πήγαινε πια στο σχολείο- είχε κάτι χοντρά πετσιά, που ήταν απέθατα. Σαν τελείωναν όσα πετσιά βρίσκονταν στο σπίτι, ύστερα θ' άρχιζα να ξεγελώ και κανένα συμμαθητή μου.

« Αφού έχω, είπα τελευταία, γιατί να παρακαλέσω;»

Όταν τελείωσε το σχολείο, γύρισα στο σπίτι. Μα τώρα πήρα τον πιο σύντομο δρόμο. Βιαζόμουν να πάω να βρω εκείνη την «Ιερά Ιστορία» της Λένης με τα χοντρά πετσιά τ' απέθατα.

Καθώς περπατούσα βιαστικά βιαστικά, ένιωσα ένα κρύο πράμα στο πέλμα του αριστερού μου ποδιού. Πριν καλοσκεφτώ τι ήταν, άλλο παρόμοιο κρύο πράμα στο δεξιό το πέλμα. «Μπα, σκέφτηκα, έχει νερά ο δρόμος και μπήκαν στα τσαρούχια μου από το πάνω μέρος.»

Κι άφησα αμέσως το θριαμβευτικό μου περπάτημα μες στις λάσπες, κι άρχισα να περπατώ από πέτρα σε πέτρα. Μα τώρα ένιωθα να μου τρυπούν οι πέτρες τα δάχτυλα.

«Τι γίνεται;» ξανάπα πάλι. Και με κρύα καρδιά κοίταξα τα τσαρούχια μου από το κάτω μέρος.

Τα χαρτόνια είχανε σχιστεί, κι ανάμεσα από τις σχισμές κρυφοκοίταζαν τα δάχτυλα.

Να σας πω την αλήθεια, εκείνη τη στιγμή δεν καλοθυμούμαι τι είπα και τι πέρασε από το νου μου. Ένας σφάχτης, το θυμούμαι πολύ καλά, μου έσφιξε την καρδιά και πικραμένος γύρισα στο σπίτι. Μια παρηγοριά μονάχα είχα: Σαν περάσει κι ο Μάρτης με τον κακό καιρό, συλλογιζόμουν, θα 'ρθει ο Απρίλης με τον καλό. Δε θα με πειράζει κι αν έχω τα τσαρούχια μου σπασμένα.

Κι όταν έφτασα στο σπίτι, τα 'κρυψα, για να μην τα δει η μάνα μου.

Έφυγε ο Μάρτης με τα όψιμα τα χιόνια του και τις κρύες τις βροχές, κι ήρθε ο Απρίλης με τις ανθισμένες μυγδαλιές, με τις ηλιόφωτες μέρες του, με τ' άνθισμα των πρώτων λουλουδιών και με τα χελιδόνια, τους καλούς της Άνοιξης μαντατοφόρους. Όψιμη η Άνοιξη, όψιμα κι αυτά.

Κι εγώ μες στα παιχνίδια ξέχασα την ξιπολησιά μου. Ξέχασα και την εφεύρεσή μου. Και με τους φίλους μου λογάριαζα πόσες μέρες ήταν ακόμα για το Πάσχα. Δώδεκα μέρες θα έκλεινε τότε το σχολείο, και δώδεκα μέρες θα χορταίναμε παιχνίδια. Κι ο καθένας της παρέας μου έλεγε πάλι πόσα αυγά γέννησαν οι κότες του «για την Πασκαλιά» και τι καλά τους έταξαν από το σπίτι πως θα τους πάρουν «για την Πασκαλιά». Λίγες μέρες έλειπαν ακόμα για το Πάσχα, όταν μπόρεσα να πω στους συντρόφους μου με χαρά κι εγώ:

- Κι εμένα η μάνα μου θα μου πάρει καινούρια τσαρούχια, κόκκινα, κεντημένα και με φούντες. Θα πάρει και της Λένης και του Κωστούλα. Έμασε λεφτά από τις δουλειές που κάνει. Κι αν φτάσουν τα λεφτά, θα πάρει και δικά της, είπε. 

Όταν το Μέγα Σάββατο το βράδυ κείνης της χρονιάς πέσαμε να κοιμηθούμε λίγες ώρες ώσπου να χτυπήσει η καμπάνα της Λαμπρής, δεν μπορούσα να κλείσω μάτι.

Το καντήλι μπροστά στο εικόνισμά μας έφεγγε με μια μικρή φλόγα σαν άστρο μακρινό. Ο ανασασμός της μητέρας μου και των δύο αδελφών μου έδειχνε πως είχαν αποκοιμηθεί πια. Όλα θαμπά ξεχωρίζουν μες στο δωμάτιο με το λίγο φως του καντηλιού. Να στον τοίχο, κρεμασμένα από καρφιά στη σειρά, τέσσερα ζευγάρια τσαρούχια. Μας προσμένουν να τα φορέσουμε και να πάμε στην εκκλησιά, μόλις χτυπήσει η καμπάνα. Αργά τα 'φερε μια γειτόνισσα που 'χε πάει στο διπλανό χωριό. Όλη την ώρα έχω τα μάτια μου πάνω τους. Να τα δικά μου. Τι καλά που μου 'χαν έρθει, όταν τα φόρεσα. Και γιατί να τα κοιτάζω από μακριά; Δεν τα παίρνω να τα ξαναϊδώ από κοντά; Και σηκώθηκα. Σιγά σιγά μπήκα, τα ξεκρέμασα, και πάλι πίσω στο στρώμα μου μαζί με τα τσαρούχια. Κόκκινα, με ωραία κεντίδια και με φούντες πολύχρωμες. Ας τα φορέσω κιόλας, είπα, να ξαναϊδώ πως πάνε. Αυτή η δουλειά, φόρεσε και κοίταξε, βάσταξε ώσπου κουράστηκα κι έγειρα να κοιμηθώ.

Όταν χτύπησε η καμπάνα, δε με ξύπνησε ο ήχος της ο χαρμόσυνος, ο πασχαλιάτικος, που με τόση λαχτάρα κάθε χρόνο τον προσμένω σαν ένα καλομηνυτή στον ύπνο μου. Δίχως άλλο θα είχα αργήσει να κοιμηθώ, κι έτσι έπεσα σ' ύπνο βαθύ. Μα μες στου ύπνου τ' αποκάρωμα, χίλια όνειρα με τριγυρνούσαν και μου φέρναν το καθένα κι από μια χαρά. Η εκκλησία γεμάτη από κόσμο. Όλοι κρατούσαν λαμπάδες. Κι εγώ ανάμεσά τους περνώ με την έγνοια μη στάξουν κεριά στα τσαρούχια μου.  Κι όλοι τα κοιτάνε. 

Όταν γύρισα στο σπίτι, είδα πως κάτω είχαν λερωθεί από τα χώματα του δρόμου. Κάθισα στο κατώφλι της πόρτας να τα καθαρίσω. Παίρνοντας με το δάχτυλο σάλιο από το στόμα, τρίβω τα χώματα και τις σκόνες. Κι αυτά λίγο λίγο καθαρίζονται.Και ξαναγίνονται κόκκινα σαν πρώτα. Η μάνα μου με φωνάζει να πάω να φάμε. «Φάτε, δεν πεινώ», απαντώ κι εξακολουθώ τη δουλειά μου.

Μες στον ύπνο μου ακούω γέλια πάνω από το κεφάλι μου και τη φωνή της μάνας μου, που με καλούσε να ξυπνήσω. Άνοιξα τα μάτια. Η Λένη δεν μπορεί να κρατήσει τα γέλια. Κι η μάνα μου γελούσε και μου 'λεγε:

- Τι τα βαστάς τα τσαρούχια στην αγκαλιά; Δικά σου είναι. Δε σ' τα παίρνουμε. Σήκου γρήγορα να προκάνουμε το «Δεύτε λάβετε φως»!

Αθανάσιος Παπαχαρίσης
(Από το περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων)


Read more!

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

Τώρα νοσταλγώ τα φιλιά που δε μετρήσαμε τα τραγούδια π' αγαπήσαμε και τα παίρνω μακριά σαν τα έρημα χωριά...


Φωτό: flickr


Έρημα χωριά

Έρημα χωριά
μέσ' το τραίνο για τα σύνορα
άνοιξη βαριά στης καρδιάς τη ζυγαριά
άγνωστα πουλιά μέσ' τα φύλλα που θροΐζουν
και σε τόπους που μυρίζουνε βροχές, άγριες βροχές
μυρίζουνε βροχές, άγριες βροχές.

Έρημα χωριά
σαν το δάκρυ μου που κράτησα
σαν τα μάτια σου π' αγάπησα
και τα παίρνω μακριά σαν τα έρημα χωριά
σαν τα έρημα χωριά.

Έρημα χωριά
λίγο έξω απ' τα σύνορα
βλέμματα θεριά, άλλου κόσμου μαχαιριά
άλλου κόσμου η μαχαιριά.

Τώρα νοσταλγώ
τα φιλιά που δε μετρήσαμε
τα τραγούδια π' αγαπήσαμε
και τα παίρνω μακριά σαν τα έρημα χωριά
σαν τα έρημα χωριά.

Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης
Μουσική: Dasho Kurti


Φωτό: flickr


Read more!

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

Ricardo Jaimes Freyre: Εσύ έχεις αφήσει, όπως το σίδερο που αφήνεται σε μια πληγή, στ' αυτί μου το οδυνηρό χάδι της φωνής σου... Έψαξα το σκούρο βάθος στη νύχτα της λήθης, και η νύχτα ήταν γεμάτη με την ηχώ της φωνής σου...



Denis Ichitovkin, Born 1977 in Perm.

Πάντα

Εσύ δεν ξέρεις πόσο υποφέρω! Εσύ που έχεις βάλει τα σκοτάδια
στη νύχτα μου, και την πίκρα την πιο βαθιά στον πόνο μου!
Εσύ έχεις αφήσει, όπως το σίδερο που αφήνεται σε μια πληγή,
στ' αυτί μου το οδυνηρό χάδι της φωνής σου.

Παλλομένη σαν ένα φιλί· αισθησιακή σαν ένα φιλί·
φωνή που θωπεύει και διαμαρτύρεται, φωνή ονείρου και πόνου.
Όπως ακολουθεί ο κρυφός ρυθμός των άστρων τον ωκεανό,
όλη μου η ύπαρξη ακολουθεί το μυστηριώδη ρυθμό της φωνής σου.

Ω, με καλείς και με πληγώνεις! Έρχομαι σε σένα σαν υπνοβάτης
με τα χέρια απλωμένα στη σκιά και στον πόνο.
Εσύ δεν ξέρεις πόσο υποφέρω! Πόσο μεγαλώνει το μαρτύριό μου,
το τρεμάμενο και έρημο, χάδι της φωνής σου.

Ω, η λήθη! Το σκούρο βάθος στη νύχτα της λήθης
όπου φυλάνε τα κυπαρίσσια το μνήμα του Πόνου.
Έψαξα το σκούρο βάθος στη νύχτα της λήθης,
και η νύχτα ήταν γεμάτη με την ηχώ της φωνής σου...

Ricardo Jaimes Freyre
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Ricardo Jaimes Freyre (12 de mayo de 1868 -8 de noviembre de 1933) fue un poeta,escritor y diplomático boliviano-argentino.

Nacido el 12 de mayo de 1868. Hijo de Julio Lucas Jaimes, escritor potosino cuyo pseudónimo fuera "Brocha Gorda", y Carolina Freyre, escritora oriunda de Tacna, ciudad en la que nació el escritor durante la estancia de su padre en ella como cónsul por Bolivia, y en la que viviría la primera etapa de su vida.

En 1886, a sus dieciocho años conoció en Bolivia a Felicidad Soruco, con quien se casó y tuvo tres hijos: Víctor, Yolanda y Mario.


Read more!

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

Рождество




Рождество (мультфильм Михаила Алдашина) Часть 1


Рождество (мультфильм Михаила Алдашина) Часть 2


Read more!

Μουσικά νοσταλγικά Χριστούγεννα...





"Little Drummer Boy", David Bowie and Bing Crosby


Bing Crosby - White Christmas


Mistletoe and Wine by Cliff Richard


Last Christmas - Wham!


John Lennon, So This Is Christmas


Jose Feliciano - Feliz Navidad


Read more!

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

Καλά Χριστούγεννα! Και μην ξεχάσετε να ανταλλάξετε φιλί κάτω απ' το γκι για γούρι στον έρωτα... :)


Mistletoe

Sitting under the mistletoe
(Pale-green, fairy mistletoe),
One last candle burning low,
All the sleepy dancers gone,
Just one candle burning on,
Shadows lurking everywhere:
Someone came, and kissed me there.

Tired I was; my head would go
Nodding under the mistletoe
(Pale-green, fairy mistletoe),
No footsteps came, no voice, but only,
Just as I sat there, sleepy, lonely,
Stooped in the still and shadowy air
Lips unseen – and kissed me there.

Walter de la Mare (1873-1956)


Read more!

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

Marc Almond και Gene Pitney... Something's Gotten Hold Of My Heart


Marc Almond και Gene Pitney!

Something's Gotten Hold Of My Heart

Somethings gotten hold of my heart
Keeping my soul and my senses apart
Somethings gotten into my life
Cutting its way, my dreams like a knife
Turning me up, turning me down
Making me smile, making me frown

In a world that was small, I once lived in a time
That was peace with no trouble at all
But then you came my way
And a feeling unknown shook my heart made me want you to stay
All of my nights, and all of my days

Yeah, somethings gotten hold of my hand
Dragging my soul to a beautiful land
Yeah, something has invaded my night
Painting my sleep with a colour so bright
Changing the grey, changing the blue
Scarlet for me and scarlet for you

I?ve got to know if this is the real thing
I?ve got to know whats making my heart sing?Woah, woah, woah, woah, woah, yeah.
You smile and then I?m lost for a lifetime
Each minute spent with you is the right time??..Every hour, yeah, every day yeah?.
You touch me and my mind goes astray yeah?
And baby?.yeah?.and baby?.yeah

Yeah, somethings gotten hold of my hand
Dragging my soul to a beautiful land
Yeah, something has invaded my night
Painting my sleep with a colour so bright
Changing the grey, changing the blue
Scarlet for me and scarlet for you

In a world that was small, I once lived in a time
That was peace with no trouble at all
But then you, you, you, you came my way
And a feeling unknown shook my heart made me want you to stay
All of my nights, and all of my days

Yeah, somethings gotten hold of my hand
Dragging my soul to a beautiful land
Yeah, something has invaded my night
Painting my sleep with a colour so bright
Changing the grey, changing the blue
Scarlet for me and scarlet for you


Read more!

Cirque Du Soleil, Vai Vedrai





Cirque Du Soleil, Vai Vedrai

Vai, vai bambino vai vedrai, vai

Vai, vai piccino vai vedrai, vai
Vedrai

Dove mancha la fortuna
Non si ca piu con il cuore
Ma coi piedi sulla luna
Oh mio fancillu(o) vedrai
Vai Vedrai che un sorriso
Nasconde spesso un gran' dolore
Vai Vedrai follia del uomo

Follia

Del uomo senza driturra vai
Follia
Del guerrier senza paura vai
Follia
Del bambino pien' divita
Che giocando al paradiso
Dal soldato fu ucciso
Mio fanciull(o) vedrai
Vai Vedrai che un sorriso
Nasconde spesso un gran' dolore
Vai Vedrai follia del uomo

Follia

Vai Vedrai che un sorriso
Nasconde spesso un gran' dolore
Vai Vedrai follia del uomo

Follia

Vai Vedrai che un sorriso
Nasconde spesso un gran' dolore
Vai Vedrai follia del uomo

Vai, vai bambino vai vedrai, vai

Vai, vai piccino vai vedrai, vai
Vedrai

Dove mancha la fortuna
Non si ca piu con il cuore
Ma coi piedi sulla luna
Oh mio fancillu(o) vedrai
Vai Vedrai che un sorriso
Nasconde spesso un gran' dolore
Vai Vedrai follia del uomo

Τρία από τα τραγούδια που οι Cirque Du Soleil χρησιμοποιούν στις παραστάσεις τους και που ξεχωρίζουν για την απέραντη θλίψη που προκαλούν και με τη μουσική τους και με την υπέροχη φωνή της Francesca Gagnon. Είναι το Alegría, το Querer και το Vai Vedrai.


Read more!

Cirque Du Soleil... Querer




Querer
Dentro del corazon
Sin pudor, sin razon
Con el fuego de la pasion

Querer
Sin mirar hacia atras
A traves de los ojos
Siempre y todavia mas

Amar
Para poder luchar
Contra el viento y volar
Descubrir la belleza del mar

Querer
Y poder compartir
Nuestra sed de vivir
El regalo que nos da el amor
Es la vida

Querer
Entre cielo y mar
Sin fuerza de gravedad
Sentimiento de libertad

Querer
Sin jamas esperar
Dar solo para dar
Siempre y todavia mas

Amar
Para poder luchar
Contra el viento y volar
Descubir la belleza del mar

Querer
Y poder compartir
Nuestra sed de vivir
El regalo que nos da el amor
Es la vida

Querer
Dentro del corazon
Sin pudor, sin razon
Con el fuego de la pasion
Y volar (less)
 


Read more!

Cirque du Soleil ! Alegria



Cirque du Soleil - Alegria

Alegria
Come un lampo di vita
Come un pazzo gridar
Alegria
Del delittuoso grido
Bella ruggente pena
Seren
Come la rabbia di amar
Alegria
Come un assalto di gioia

Alegria
I see a spark of life shining
Alegria
I hear a young minstrel sing
Alegria
Beautiful roaring scream
Of joy and sorrow,
So extreme
There is a love in me raging
Alegria
A joyous, magical feeling

Alegria
Como la luz de la vida
Alegria
Como un payaso que grita
Alegria
Del estupendo grito
De la tristeza loca
Serena
Como la rabia de amar
Alegria
Como un asalto de felicidad

Αφιερωμένο στον flamencologio


Read more!

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Βρε πως αλλάζουν οι καιροί ! Αγαπημένε μου Κοκκινοσκουφίτσα... Έτσι Ντε !





Παρασκευή 13 του Γενάρη
ο Κοκκινοσκουφίτσας, σωστό παλικάρι
πάει στης γιαγιάς του το μικρό το σπιτάκι
γάλα και μέλι έχει μες στο δισάκι.
Στο δάσος πάει κόβει μία καμέλια
ακούει ράδιο, καπνίζει Καρέλια
ο εκφωνητής στις ειδήσεις μουγκρίζει
τα πάνω κάτω ο κόσμος γυρίζει.

Πάει κολατσιό στη γιαγιά τη Μαρία
στο σπίτι στην εξοχή
η γριούλα πάσχει από παραλυσία
και θα την πάει για πιπί.

Απ' το κατώφλι του λέει η μανούλα:
Κοκκινοσκουφίτσε, να πας στη γιαγιούλα
φωνή μη βγάλεις στο δάσος καμιά
παραμονεύει η λύκαινα η κακιά.
Απ' τη σκιά το κακό το γλιτώνεις
το μονοπάτι καθόλου μη ζυγώνεις
εκεί η λύκαινα παραφυλάει
μικρά αγοράκια γυρεύει για να φάει.

Πάει κολατσιό στη γιαγιά τη Μαρία
στο σπίτι στην εξοχή
η γριούλα πάσχει από παραλυσία
και θα την πάει για πιπί.

Ο Κοκκινοσκουφίτσας του κεφαλιού του πράττει
κι απ' το επικίνδυνο πάει το μονοπάτι
παίζει και τρέχει και τραγουδάει
ξάφνου τη λύκαινα μπρος του συναντάει.
Κι αυτή του λέει:
Κοκκινοσκουφίτσε, εσένα η καρδιά μου περιμένει.
Με το μικρό σου το δισάκι που πηγαίνεις έτσι χαρωπά;
Μείνε μαζί μου γιατί είμαι τρελά τρελά τρελά ερωτευμένη.
Πάμε για μήνα του μέλιτος μέσα στη σπηλιά.

Αχ, Κοκκινοσκουφίτσε μου τι μοίρα τραγική!
Γυναίκα πήρες τη λύκαινα την κακή.
Τώρα η καημένη η γιαγιά σου πως θα ζήσει;
Φαΐ δεν έχει και δεν μπορεί να κατουρήσει.

Πάει κολατσιό στη γιαγιά τη Μαρία
στο σπίτι στην εξοχή
η γριούλα πάσχει από παραλυσία
και θα την πάει για πιπί.


Read more!

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Κι η προσφυγιά μου αν φανεί στα τρύπια μου παπούτσια θα πω πως ήσουν όνειρο και μια ζωή απούσα...Σ' ένα υπαίθριο σινεμά με φόντο τη σελήνη παίζει η σκηνή του χωρισμού και ένοχους μας κρίνει.


Φτου σκόρδα λεβέντη μου! Να σ' έχει η ζωή καλά!

Επιτέλους! Ο καινούργιος «Νταλάρας» είναι επιπέδου «Η άσφαλτος που τρέχει». Και πόσο του πάει Θεέ μου αυτό το είδος! Πόσο του πάει... και πόσο μου πάει! Έξι χρόνια τον περίμενα! Έχει διαλέξει φοβερά κομμάτια και από μουσική και από στίχο. Κορυφαία επιλογή και με εκτέλεση κόψιμο φλέβας, είναι η τραγουδάρα Απόψε γίνε! Πάντα με συγκινούσαν τα «φανταρίστικα» γιατί έφαγα κανά δυο στρατούς στο δόξα πατρί, αφού ερωτευόμουνα και βγάζαμε τη θητεία παρέα. :) Έτσι ζώντας εκ των έσω την πίκρα του φαντάρου που δυο χρονάκια από τη ζωή του τα χαλάλιζε στην πατρίδα(ποιός ήρθε;), συνέπασχα. Έτσι εξηγείται και η καρτερικότητά μου στις βαρετές αφηγήσεις των ανδρών, που συχνά κρατούν αιώνες, στα του λοχαγού τους, των αναφορών, των καψονίων κτλ. Τα ξενοπηδήματα και τα μπουζουξίδικα που πήγαιναν στις εξόδους, δεν τα αναφέρουν. Ούτε ότι έταζαν γάμο στην Άρτα και στα Γιάννενα... Το χόντρυνα; Σιγάααα τα κραμβολάχανα! Επίτηδες αποφορτίζω το τραγούδι μη μου συγκινηθείτε οι απόντες και σκίσετε κανά καλσόν! Ότι μισείς περισσότερο σ' αυτή την κωλοζωή, σε βρίσκει. Κι εγώ μισώ τις απουσίες...  Μια λύση θα ήταν να μισώ τους απόντες, αλλά δεν μου προκύπτει γμτ! ;)  Δικό σου βλαμμένο! χαχαχαχαχαχαχα. Ναι παιδί μου δικό σου. Είσαι εδώ;  Ε τότε  τί  αναρωτιέσαι;



Η ξενιτιά σου

Γίναν τα μάτια σου ψυχρά και κρύο έχουν φέρει
θέλω απόψε μια αγκαλιά μα δεν απλώνεις χέρι.

Μοιάζει ετούτη η στιγμή με πλοίο που σαλπάρει
κι εσύ εισιτήριο ζητάς στα ξένα να σε πάρει.

Την ξενιτιά σου ακολουθώ πιστός σαν μετανάστης
που ψάχνει ελπίδα να πιαστεί στο δρόμο της αγάπης.

Κι η προσφυγιά μου αν φανεί στα τρύπια μου παπούτσια
θα πω πως ήσουν όνειρο και μια ζωή απούσα.

Καίγεται ο κόσμος άλλη μια απ' τα δικά σου χείλη
κι είναι τα λόγια σου φωτιά που ανάβουν το φιτίλι.

Σ' ένα υπαίθριο σινεμά με φόντο τη σελήνη
παίζει η σκηνή του χωρισμού και ένοχους μας κρίνει.

Μουσική: Κωνσταντίνος Βελλιάδης
Στίχοι: Τέρπανδρος (Όπα! Παποίος ει; Όποιος και νά 'ναι, είναι μέσα στη γυναικεία ψυχή... μπράβο του!)


Read more!

Sole mio...Το τραγούδι των Θεών! Franco Zeffirelli: "C'erano i tenori... e poi c'era Pavarotti''




Στον αγαπημένο μου δίσκο Ρavarotti and friends 2, το καλύτερο ντουέτο μακράν, είναι αυτό με τον επίσης υπέροχο, από κάθε άποψη Bryan Adams. Δεν υπάρχει φορά να το ακούσω και να μην κλάψω, με τη γλύκα του Adams και το μεγαλείο του Pavarotti. Το έχω πει κι άλλοτε, μια τρανή απόδειξη της μη ύπαρξης Θεού είναι ο πρόωρος θάνατος του Pavarotti. Σιγά που θα άφηνε να πεθάνει ο Pavarotti, αν υπήρχε... εκτός κι αν είναι τόσο κτητικός που θέλει όλους τους εκλεκτούς δίπλα του. Όποια εκδοχή κι αν πάρω, δε μ' αρέσει. :) Το χαμόγελο του Pavarotti είναι το πιο γλυκό χαμόγελο, το πιο παιδικό, το πιο ειλικρινές που έχω δει σε καλλιτέχνες του διαμετρήματός του. Υποκλίνεται ο Θεός των τενόρων συγκινητικά στον Bryan Adams πριν... πάρει σκυτάλη.

Franco Zeffirelli: "C'erano i tenori... e poi c'era Pavarotti'' Υπήρχαν οι τενόροι... και μετά υπήρξε ο Παβαρότι! Τέλος! :)


Read more!

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Και θυμάμαι τη βροχή απαλή, αργή, να γρατζουνάει τα τζάμια όπως γρατζουνάω το δέρμα σου, με τον ίδιο τρόπο που ο χρόνος μας γρατζουνάει κάποτε αποκαλύπτοντας ότι είναι επίσης όμορφος ο έρωτας στην ανάκληση μνήμης και τη συνενοχή.


Στις μέρες της βροχής

Στη Mari Carmen

Θα ξέρεις δια της παρούσης ότι θα επιδεινωθεί η ζωή.
Mariano Maresca

Αρκετά περίεργα
η ζωή είχε περάσει χλιαρά
μέσα απ' το κορμί σου στο δικό μου.

Ακούω την κρύα βροχή να μαζεύεται
πάνω στις τσίγκινες στέγες
και η νύχτα με παγιδεύει
στον αιώνιο ιδρώτα της ησυχίας της.
Ίσως
θα έπρεπε να σε ξυπνήσω, να σε κάνω να μοιραστείς
αυτό το προαίσθημα
της μακρινής ομορφιάς
με το οποίο μπερδεύτηκα μόλις μια στιγμή
πριν επιστρέψω σε σένα
που εγκαταλείπεσαι
στην υπέροχη παρουσία
της αναπνοής σου.

Περνούν αργά τ' αυτοκίνητα.
Ακούω επίσης
την καρδιά σου μακρινή
να περνά χαράματα μέσα απ' τη βροχή
και με φοβίζει η σκιά
της τόσης οικειότητας.

Είναι αργά.
Ένας γράφει τη ζωή του σ' ένα ποίημα,
αναλύει τον έρωτα
και προσαρμόζεται
να συνεχίσει ως έχει, μαζί με το κορμί σου
που ίσως με θυμάται ακόμα
γυμνό μέσα στα σεντόνια,

ή τις βροχερές νύχτες, που μας επιβεβαιώνουν
ότι η ζωή, ενδεχομένως υπέροχη,
δεν είναι πάντα διαθέσιμη
και ότι μερικές φορές προκύπτει ακόμη και μεγάλη,
φοβερή όπως τώρα,
εν τω μεταξύ, να φοβάμαι να σε φιλήσω τυχαία.

Το ξέρω. Γίναμε ξένοι
μας μιλούν σημάδια πολύ οικεία,
αγχωμένοι στους δρόμους
μιας νέας πόλης,
ελπίζοντας ότι ίσως να μας φωτογραφίσουν
μπροστά σ' αυτό τον έρωτα και τις ουλές του,
αυτό που συγχέουμε με τα δικά μας αισθήματα
ή ίσως
-τις νύχτες της τρέλας-
με μια αίσθηση υγρασίας στα μάτια.

Ωστόσο με λίγα λόγια συνοψίζονται
σχεδόν όλες οι μέρες,
των συλλαβών τους συμπεριλαμβανομένων
στους στίχους μου και στην ευτυχία.
Χλιαρά τα χρόνια
μας αποκαλύπτουν
ότι τίποτα πια δεν υπάρχει χωρίς τον ιδρώτα σου και τον δικό μου,
ότι είμαστε ακόμη πολύ σεμνότυφοι
όταν εκπλησσόμεθα
φοβούμενοι το πάθος,
γεμάτοι άσχημα, ανομολόγητα ένστικτα.

Γι αυτό, ενώ βρέχει,
ευχαριστώ το κορμί σου μες στα σεντόνια
κι αυτό το μελαγχολικό πάθος
να χαϊδεύω τους μηρούς σου,
αρκετά παράξενους
και υπέροχους σαν ένα όνειρο
που μόλις φτάνει.



II


Ο Νοέμβριος
μπορεί να είναι μια κατάκτηση,
γιατί επιστρέφει πάλι
πάνω στις τέντες,
στις καρφίτσες από μίμηση μαργάρου,
στα φτηνά ντεμισεζόν παλτά
όπου εσύ κρυβόσουν
ξαφνικά και ο πόθος μου.

Κι επιστρέφει
με την αδέξια υπομονή της πίστης,
όπως η μελωδία
από ένα παλιό τραγούδι που θυμόμαστε.
Ξέρεις πια ότι το φθινόπωρο,
παραπάνω από το μουσκεμένο
φτέρωμα των δένδρων,
παραπάνω απ' το φως κι απ' τη γη την ίδια,
ήταν ένα ακυρωμένο ραντεβού, χαμένο ανάμεσά μας.

Τώρα
μας αγκαλιάζει ο χρόνος ασθενικά στα πόδια,
σπάζοντάς μας το βήμα, απομακρύνοντας τα φύλλα
των αναρρηχητικών,
ενώ όλα είναι ίδια και μας αναγγέλει
εκείνη την παλιά ανάμνηση μπερδεμένη από τις ώρες,
εκείνα τα καραβάνια
των ημερών χωρίς αίσθηση
που περνούσαν βουίζοντας μπροστά από τα μάτια,
που έφερναν μαζί τους
μονάχα δυο κορμιά ερωτευμένα ή φοβισμένα.

Και δεν είναι πια η συνήθεια να με πλησιάζεις,
παίρνοντάς μου τη ζώνη, ποθώντας σε
μ' έναν πόθο γαλάζιο σαν ένας άνεμος ήσυχος
ή να περνάς αργά
όταν βαραίνουν τα φύλλα κάτω απ' τα πόδια
και οι καμπάνες τρίζουν
σκαλωμένες στα δέντρα.

Και δεν είναι η συνήθεια να σ' ακολουθήσω,
να μάθω να σταματώ στις βιτρίνες
και να ακούω τη φωνή σου να φτάνει, κατρακυλώντας στο αυτί
σώζοντας την απόσταση
που ταιριάζει ανάμεσα σε δυο κορμιά.
Ήταν η ζωή λοιπόν
εκείνη που μας θύμιζε,
με τις ξεκάθαρες σειρήνες των καραβιών της
και τα κοσμήματά της,
ότι ακολουθούσε σφύζοντας ανάμεσά μας,
κατεστραμμένη,
νεφελώδης και εφήμερη
όπως το ξηρό σπέρμα
πάνω στο κρύο πια δέρμα
ότι τόσο έxουμε αγαπηθεί και σχεδόν πάντα.
Ή ίσως προτιμάμε
μια γιορτή έρωτα όπου συναντιόμαστε
για να καταφέρουμε να δούμε
αυτό που δεν ιδώθηκε ποτέ..

Δεν γνωρίζεις ότι το σώμα σου
τις νύχτες χωρίς καιρό όπως αυτή,
συγχέεται ξαφνικά με το χάραμα,
που το κρατά κοιμισμένο δίπλα μου.

Αλλά ο Νοέμβρης επιστρέφει
με την αδέξια υπομονή της πίστης
(τα ίχνη του έρωτα πάνω στους ώμους
όπως ένα καραβάνι με ανάκατες λεπτομέρειες),
και ίσως μπορεί να είναι μια κατάκτηση,
γιατί όλα είναι πιο σαφή.


Θυμάμαι
τις πρώτες αγκαλιές, μόνοι,
κολλημένοι στον τοίχο,
δραπετεύοντας από τη βροχή
μιας παλιάς πόλης,
φρεσκοερωτευμένοι ακόμη,
ευτυχισμένοι και νευρικοί.
Ή την ξαφνική υγρασία των μαλλιών σου
μουσκεμένα από έρωτα κι από την καταιγίδα
στους ανοιχτούς κάμπους
ίδια με τα κορμιά μας στην έξαψη του Αυγούστου.
Και τις νύχτες της κακόκεφης ειρήνης
όπου αγωνίζεται ο έρωτας ενάντια στο κρύο,
τουρτουρίζοντας κάτω από τα σύννεφα
πάνω στο κρεβάτι της παγωνιάς.
Και θυμάμαι
τη βροχή απαλή, αργή, να γρατζουνάει τα τζάμια
όπως γρατζουνάω τη σάρκα σου,
με τον ίδιο τρόπο που ο χρόνος μας γρατζουνάει
κάποτε αποκαλύπτοντας
ότι είναι επίσης όμορφος ο έρωτας στην ανάκληση μνήμης
και τη συνενοχή.

Ανοίγουμε το μπαλκόνι
αλυχτώντας στο φεγγάρι
με το κορμί τεντωμένο ψηλά,
όμορφοι σαν λύκοι
που τώρα καταλαβαίνουν την κατεύθυνση απ΄την οποία έρχονται,
που τώρα γνωρίζουν την εποχή στην οποία ζουν.

Είναι ένα φως διαφορετικό
από τα περιβάλλοντα.

Πάνω στο δέρμα σου συνθλίβονται
οι σταγόνες της βροχής
και η γη εκτείνεται κηλιδωμένη σαν μια τίγρη.



III
Μας επισκέπτεται ο έρωτας. Έχει το σπίτι
μια ανάμνηση τυφλή
του ήλιου πάνω στα μπράτσα
και το μελαγχολικό πάθος των βοτάνων στο δέρμα.

Θα πρέπει ν' αγκαλιάσουμε σοβαρά
αυτό το γκρίζο πρωινό όλων των νοσταλγιών
και να συμβιβαστούμε με το φως
το οποίο αρχίζει να μας εκνευρίζει
κάτω από τις πόρτες
σαν ένας μυστικός θεατής τον οποίον πρέπει να ανεχτούμε.

Είναι πάρα πολλά πράγματα.
Φαίνεται ότι ο χρόνος κυλά αδιάφορα,
ξένος ανάμεσά μας
που έχουμε μιλήσει τόσο πολύ για τη ζωή
για να φτάσουμε έγκαιρα στ' ανοιχτά της μάτια,
στη ροζ θηλή της
στην υπέροχη πια καμπύλη των κορμιών
που ψάχναμε μαζί,
βιαστικά,
ανοίγοντας φερμουάρ
μ' αυτήν την ανυπομονησία των ερωτευμένων.

Ο ήλιος
που δείχνει την αβέβαιη σάρκα των χειλιών σου
πλησιάζει έρποντας και μου θυμίζει
πως είναι δυνατόν να ξανατρέξουμε
ενώ σβήνονται αργά τα τελευταία αστέρια.
Πριν να γεννηθείς και να γεννηθώ
κάποιος έπρεπε να ζήσει σ' αυτά τα δωμάτια
να τα υποφέρει ακριβώς μόνο τις βδομάδες,
που κατοικήθηκαν από πόθους μισοπραγματοποιημένους.

Οι άνθρωποι της μοναξιάς.

Ίσως όλα να αξίζουν
αν μια μέρα...

Εμείς
που τίποτα δεν κάναμε, ούτε καν ένα σπίτι.

Είναι πιο σοφός ο έρωτας όταν ξημερώνει,
όταν πια αρχίζει να ακούγεται το πρωί,
στον μακρύ δρόμο, τον έρημο απ' τη σάρκα σου.

Luis García Montero
Mετ. Μαριάννα Τζανάκη

Αφιερωμένο εξαιρετικά...


Read more!

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009

Ninna Nanna... Roberto Vecchioni





Ninna Nanna
Νανούρισμα

Roberto Vecchioni, 1973

Invecchierai senza cambiare mai
Θα γεράσεις χωρίς ν' αλλάξεις ποτέ

perdonerai a tutti e non a te
θα συγχωρήσεις όλους μα όχι εσένα

aspetterai come è tuo solito
θα περιμένεις όπως συνήθως

finché verrà la luna a prenderti
μέχρι να έρθει το φεγγάρι να σε πάρει

e parlerai di me con tutti quanti
και θα μιλάς για μένα με όλους όσους

so che parlerai e che ci credo
ξέρω πως θα μιλάς και πιστεύω

e che son l'unico dirai,
ότι θα λες πως είναι μοναδικός,

ma sbaglierai.
αλλά θα κάνεις λάθος.

Invecchierai, sarà difficile
Θα γεράσεις, θα είναι δύσκολο

vederti più, quasi impossibile
να μην σε δω πια, σχεδόν αδύνατον

e non dovrai star con le carte su
και δεν θα πρέπει να παίζεις με κρυφά χαρτιά

non tornerò mai più per ultimo,
δεν θα γυρίσω ποτέ πια για το τέλος,

ricorderai di me le sere
θα με θυμάσαι τα βράδια

che parlavo insieme a te
που μιλούσα μαζί σου

di un vecchio amore che non è finito mai
για μια παλιά αγάπη που δεν τελείωσε ποτέ

e il mio dolore rivedrai.
και τον πόνο μου θα ξαναδείς.

Invecchierai guardando fuori ma
Θα γεράσεις κοιτώντας έξω αλλά

cucinerai cipolle insipide
θα μαγειρεύεις άνοστα κρεμμύδια

fin quando poi leggera come sei
μέχρι που τελικά, ελαφριά όπως είσαι,

tu volerai, oh sì che volerai
θα πετάξεις, ω ναι θα πετάξεις

e sognerai, che tanto
και θα ονειρεύεσαι, έτσι κι αλλιώς

non ti costa niente, sognerai
δεν σου κοστίζει τίποτα, θα ονειρεύεσαι

che io sia grande come mi vorresti tu
ότι είμαι μεγάλος όπως θα με ήθελες εσύ

e piegherai la testa e allora dormirai.
και θα σκύψεις το κεφάλι σου και τότε θα κοιμηθείς.


Read more!

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

Ο Joan Margarit και ο Álvaro de Campos ! Mην πετάς τις ερωτικές επιστολές... Όλες οι ερωτικές επιστολές είναι γελοίες. Δεν θα ήταν ερωτικές επιστολές αν δεν ήταν γελοίες...


Την Ελευθεροτυπία τη διαβάζω από την πρώτη μέρα που κυκλοφόρησε. Είναι η εφημερίδα μου. Το έχω γράψει πολλές φορές. Η σχέση μου μαζί της είναι καθαρά ερωτική γι αυτό και έχουμε καυγαδίσει πολλές φορές. Εγώ δηλαδή σκούζω όταν διαφωνώ με θέσεις ή όταν έχω ιδιαίτερες απαιτήσεις, σε επίπεδο πολιτικής πάντα. Η εφημερίδα όμως, ως κλασικός σύζυγος, χαμπάρι δεν παίρνει και ομολογώ πως μου έχει χαρίσει πολύ περισσότερες χαρές, γνώσεις, ενημέρωση, γέλιο, πολιτισμό, παρά πίκρες. Ότι θα είχα τη χαρά όμως να με δω στην «Ε» και μάλιστα στη Βιβλιοθήκη και στο Διαβατήριο της Παρασκευής, αυτό δεν το περίμενα. Ήταν ανέλπιστη χαρά και τη χρωστάω στον Γιώργο Χρονά. Θέλω λοιπόν να τον ευχαριστήσω δημόσια για την τιμή να συμπεριλάβει μετάφρασή μου στο αγαπημένο μου ένθετο. Τώρα για τον πολύ τον κόσμο και κυρίως για τους μαθημένους στα φώτα της δημοσιότητας, η χαρά μου θα φαντάζει παιδική... ίσως και να είναι. Αλλά η χαρά, ο βήχας κι ο έρωτας δεν κρύβονται. Το χρήμα που λένε άλλοι, μια χαρά κρύβεται δεν τίθεται θέμα, οπότε δεν το συμπεριλαμβάνω.
Το ποίημα που διάλεξε ο κ. Χρονάς είναι του Καταλανού ποιητή Joan Margarit. Ένας ποιητής εξαιρετικά ευαίσθητος, με μια γραφή που συγκινεί γιατί οι αναμνήσεις του έχουν πολύ ζωντανές σκηνές από τον εμφύλιο και τα χρόνια του φρανκισμού. Το συγκεκριμένο ποίημα που δημοσιεύτηκε στην Βιβλιοθήκη-Ελευθεροτυπία έχει τίτλο «Mην πετάς τις ερωτικές επιστολές» και δίνει μια άλλη εντελώς διάσταση, από αυτήν που δίνει ο αγαπημένος Fernando Pessoa ως Álvaro de Campos στο ποίημά του «Όλες οι ερωτικές επιστολές είναι γελοίες». Σε ένα πράγμα συμφωνούν και οι δύο ποιητές όμως. Στην σπουδαιότητα του έρωτα στη ζωή μας. Και πόσο δίκιο έχουν...

Mην πετάς τις ερωτικές επιστολές

Αυτές δεν θα σ' εγκαταλείψουν ποτέ.
Ο χρόνος θα περάσει, θα σβήσει η επιθυμία
- Αυτό το βέλος της σκιάς -
και τα αισθησιακά πρόσωπα, όμορφα και έξυπνα,
θα κρυφτούν μέσα σου, στο βάθος του καθρέφτη.
Θα πέφτουν τα χρόνια. Θα σε κουράσουν τα βιβλία.
Θα κατεβείς ακόμα περισσότερο
και ακόμα, θα χάσεις την ποίηση.
Ο θόρυβος της πόλης στα τζάμια,
θα καταλήξει να είναι η μοναδική σου μουσική,
και οι ερωτικές επιστολές που θα έχεις φυλάξει
θα είναι η τελευταία σου λογοτεχνία.

Joan Margarit
Μετάφραση: Μαριάννα Τζανάκη



Roberto Vecchioni - Le lettere d'amore
Μια εκτέλεση στα ιταλικά που αγαπώ πολύ γιατί εκτός από το ποίημα και τον Vecchioni, έχει ένα πολύ τρυφερό βίντεο


Όλες οι ερωτικές επιστολές είναι
γελοίες.
Δεν θα ήταν ερωτικές επιστολές αν δεν ήταν
γελοίες.

Κι εγώ στον καιρό μου έγραψα ερωτικές επιστολές,
σαν των άλλων,
γελοίες.

Οι ερωτικές επιστολές, αν έρωτας είναι,
πρέπει να είναι
γελοίες.

Αλλά τελικά,
μόνο οι πράξεις που ποτέ δεν έγραψαν
ερωτικές επιστολές
αυτές είναι
γελοίες.

Ας γυρνούσα πίσω τότε που έγραφα
χωρίς να το ξέρω
ερωτικές επιστολές
γελοίες.

Η αλήθεια είναι πως σήμερα
οι αναμνήσεις μου
απ' τις ερωτικές επιστολές εκείνες
αυτές είναι
γελοίες.

(Όλες οι παροξύτονες λέξεις,
όλες οι παροξύτονες συγκινήσεις
είναι ασφαλώς γελοίες.)

21/10/1935

Álvaro de Campos
Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα

Todas as Cartas de Amor são Ridículas

Todas as cartas de amor são
Ridículas.
Não seriam cartas de amor se não fossem
Ridículas.
Também escrevi em meu tempo cartas de amor,
Como as outras,
Ridículas.

As cartas de amor, se há amor,
Têm de ser
Ridículas.

Mas, afinal,
Só as criaturas que nunca escreveram
Cartas de amor
É que são
Ridículas.

Quem me dera no tempo em que escrevia
Sem dar por isso
Cartas de amor
Ridículas.

A verdade é que hoje
As minhas memórias
Dessas cartas de amor
É que são
Ridículas.

(Todas as palavras esdrúxulas,
Como os sentimentos esdrúxulos,
São naturalmente
Ridículas.)




Todas las cartas de amor son
ridículas.
No serían cartas de amor si no fuesen
ridículas.

También escribí en mi tiempo cartas de amor,
como las demás,
ridículas.

Las cartas de amor, si hay amor,
tienen que ser
ridículas.

Pero, al fin y al cabo,
sólo las criaturas que nunca escribieron cartas de amor
sí que son
ridículas.

Quién me diera en el tiempo en que escribía
sin darme cuenta
cartas de amor
ridículas.

La verdad es que hoy mis recuerdos
de esas cartas de amor
sí que son
ridículos.

(Todas las palabras esdrújulas,
como los sentimientos esdrújulos,
son naturalmente
ridículas).

música: Astor Piazzolla, "Llueve sobre Santiago"


Read more!

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Οδύσσειες Σωμάτων- Μπαλάντα για τον Νίκο Κούνδουρο! Με το φεγγάρι τράβαγε και τ' άστρα λιτανεία κι απ' τ΄άσπρα-μαύρα του Θεού χιλιόμετρα ταινία



 Το καταπληκτικό τραγούδι που θα πέσει στους τίτλους του ντοκιμαντέρ του Αντώνη Μποσκοΐτη για τον Νίκο Κούνδουρο με τίτλο «Οδύσσειες Σωμάτων- Μπαλάντα για τον Νίκο Κούνδουρο», ηχογραφήθηκε πριν λίγες μέρες και έχουμε τη χαρά να μπορούμε να το ακούσουμε! Ευχαριστώ πολύ τον Αντώνη για τη γενναιόδωρη παραχώρηση! Γνωρίζει από πρώτο χέρι την ανυπομονησία μου και συμπάσχει. :)
Εύχομαι καλοτάξιδη η ταινία και το τραγούδι τους στην όμορφη θάλασσα της τέχνης. Εγγύηση επιτυχίας αποτελούν όλα τα ονόματα των συντελεστών...


Το τραγούδι του ντοκιμαντέρ για τον Νίκο Κούνδουρο λοιπόν, με την θεία φωνή του Παντελή Θεοχαρίδη στην πραγματικά όμορφη μουσική του Ηλία Λιούγκου και σε στίχους της υπέροχης Λίνας Νικολακοπούλου! Με το καλό και στην ταινία!

Με λένε Νίκο

Ένα βουνό
μιά θάλασσα
και κάποιο πανηγύρι
όμορφος σαν τον άγγελο
με μάτια θαλασσί
με μαύρο το πουκάμισο
και μιάς ρακής ποτήρι
σαν μέθυσε απ' τον έρωτα
μιά λύρα αρπάει χρυσή

κι είπε: κόσμε, δεν σου ανήκω
μα αν με θες, με λένε Νίκο

Με το φεγγάρι
τράβαγε
και τ' άστρα λιτανεία
κι απ' τ΄άσπρα-μαύρα του Θεού
χιλιόμετρα ταινία
πιάνει φως κι ασβέστη, γράφει
κι όταν δύσει ο ήλιος, βάφει
με το αλάτι των κυμάτων
πλάθει Οδύσσειες σωμάτων

κι είπε: κόσμε, δεν σου ανήκω
μα αν με θες, με λένε Νίκο

Μουσική: Ηλίας Λιούγκος
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Ερμηνεία: Παντελής Θεοχαρίδης
από το ντοκιμαντέρ του Αντώνη Μποσκοΐτη:
Οδύσσειες Σωμάτων- Μπαλάντα για τον Νίκο Κούνδουρο




Read more!

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

Νίκος Ξένιος! Η ποίηση στην πρόζα...«Της είχε υποσχεθεί το πορτραίτο της. Πήρε τώρα την πένα κι άρχισε να πετά δυο-δυο τις πινελιές... Έφτιαξε πρώτα τα σουφρωμένα χείλια... Έπειτα ζωγράφισε το άρωμά της.»




ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ

Της είχε υποσχεθεί ένα πορτραίτο.

Έτσι όπως την αντίκρισε στο φόντο ενός ριντώ και μιας παλιάς ντιβανοκασέλας, στη ζεστασιά του τεϊοποτείου, και τα μάτια της κοκκίνιζαν από ένα τζάκι ανύπαρκτο. Οι πτυχές του πουλόβερ της γύρω στο στήθος ήταν νεανικές. Σπάνια τον κοίταζε στα μάτια.
Σήμερα είχαν έλθει σκαστοί να πιουν ένα τσάι στα κλεφτά, δραπετεύοντας μετά τη δουλειά. Πάντως το είχαν ανάγκη, και μάλιστα να συνοδεύεται από κονιάκ. Τελικά παρήγγειλαν ένα μπέρμπον με φυστίκια και ένα Kip Ρουαγιάλ.
Οι γύρω ήταν θαμποί και οι φωνές τους μπήκαν στο ραλαντί, τα φώτα χαμήλωσαν μόνο για τους δυο τους, ο καπνός ανέβαινε, σύννεφα σύννεφα, σαν θεατρικό τρικ. Ένα μικρό στρογγυλό τραπεζάκι φερ φορζέ με μάρμαρο και λουλουδάκια, χωρίς κεριά.

Σκέφτηκαν μια πραγματική απόδραση.
Στη Ρώμη, θα πήγαιναν στη Ρώμη.
Θα νοίκιαζαν –δεν τόλμησαν να σκεφτούν «θα αγόραζαν»- ένα οροφοδιαμέρισμα από εκείνα τα ψηλοτάβανα νεοκλασικά της Πιάτσα Ναβόνε, με τις τοιχογραφίες και τα ροκοκό αγγελάκια που παίζουν λύρα στις γωνίες, και με τους ερωτιδείς στο γείσο του πολυέλαιου, με τις βαριές κουρτίνες και τις τετραπλές μπαλκονόπορτες, που θα άνοιγαν σε μια μισογκρεμισμένη κτιστή βεράντα, όλο μαραμένα δενδρύλλια βουκαμβίλιας και κυρίως κάκτους. Με ημίφως το βράδυ και ανάκλιντρα. Με μια μεγάλη βιβλιοθήκη και τα ποιήματα του Λεοπάρντι.

Της είχε υποσχεθεί το πορτραίτο της. Πήρε τώρα την πένα κι άρχισε να πετά δυο-δυο τις πινελιές. Έφτιαξε πρώτα τα σουφρωμένα χείλια, που τρεμόπαιζαν έτοιμα να ξεστομίσουν ένα λυγμό ή μια βρισιά, και που στη σχολική γιορτή τα είχε βαμμένα, μια και μοναδική φορά. Τότε που είχαν ντυθεί και οι δυο σαν φυστικοβούτυρο. Μετά ζωγράφισε ένα χείμαρρο από ξανθά μαλλιά του σταχυού και ένα βαρύ σκουλαρίκι να κρέμεται από το ένα αυτί.
Έπειτα ζωγράφισε το άρωμά της.

Θρυμματιζόταν στα λόγια τους το ίνδαλμα της Ρώμης, με τους μαχαλάδες. Γελούσαν τώρα, ξεκαρδίζονταν, βρίσκονταν ήδη στο Πίντσιο, όταν άρχισαν –λέει- οι πρώτοι καβγάδες. Θα ήταν ντυμένη με μαύρες γυαλιστερές μπότες και θα ‘χε κουβαλήσει στο διαμέρισμά τους μια από εκείνες τις άγριες τις Ιταλίδες που σε ευνουχίζουν με την πρώτη ματιά.
Και δώστου να γελούν…

Παράγγειλαν ένα δεύτερο Kip Ρουαγιάλ.

Κι εσύ. Του λέει. Θα ‘σαι ντυμένος με μια ρομπ ντε σαμπρ βυσσινί χρώματος και θα περιφέρεσαι σαν νοικοκυρά στους δρόμους, θα πηγαίνεις στο μανάβη κι εγώ θα σε κλειδώνω έξω από το σπίτι και θα παρακαλάς γονατιστός στις μπότες μου θα τις φιλάς. Και η ιταλίδα θα φωνάζει με επιείκεια από μέσα άστον καλέ να μπει. Καρίσσιμα, λάσα, λάσα!
Και δώστου να γελούν…

Την οικοδόμησαν, αυτή τη Ρώμη τη σύγχρονη, την παρακμιακή, με τις πουτάνες στην Αππία οδό και τις εργατικές κατοικίες, την οικοδόμησαν τη Ρώμη του Βισκόντι, των κλειστών δωματίων και της ηδυπάθειας, και πάλι να η βεράντα με τις βουκαμβίλιες και είναι Άνοιξη. Έχουν βάλει Τζένεσις στο μαγνητόφωνο.
Την οικοδόμησαν μόνοι τους σε μια τσαγερία του Νέου Ψυχικού, και μετά μπήκαν στο αυτοκίνητό του καθένας. Στο αυτοκίνητο που πηγαινοέρχεται σαν τη σαΐτα του αργαλειού Θήβα Αθήνα κι Αθήνα Θήβα, ένα ολόκληρο χρόνο.
Και μετά τη γκρέμισαν.

Πρόλαβε όμως, κάπως σαν να πρόλαβε, την ώρα που η Ρώμη κατέρρεε ολόγυρα, να διατηρήσει ένα άγγιγμα.
Και ζωγράφισε το λευκό της χέρι να ξεπροβάλλει μέσα από ένα μαύρο πόντσο και τα ξανθά μαλλιά της μέσα από ένα μαύρο δικτυωτό καπέλο. Το μεγάλο κόσμημα στο αυτί το αριστερό, και τα κόκκινα χείλια, με μιαν ικμάδα που τρυπά τα μάτια. Ένα άλικο κόκκινο, σαν να’ χε δαγκώσει το αγκάθι μιας τριανταφυλλιάς.
Η σύνθεση είχε μιαν αιματηρή στιλπνότητα, σαν να γινόταν σφαγή.
Και τελευταία άφησε τα μάτια. Δυσκολεύτηκε να αποδώσει το τσακίρικο χρώμα τους, ένα πρασινωπό γκρίζο, στην απόχρωση της ξεθωριασμένης χλόης. Ανταύγειες μια λίμνης όλο νούφαρα. Όμως, η Ρώμη τους είχε αφανιστεί, μέσα στην κολλώδη καθημερινότητα.

Πήρε το πορτραίτο και το κρέμασε στο δωμάτιό του.
Έμεινε να το κοιτά…

Νίκος Ξένιος

Πηγή: Artion



Η μετάφραση του τραγουδιού εδώ


Read more!

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Η τραγουδάρα των Pink Martini - Ninna Nanna, από το νέο "Splendor In The Grass"





Pink Martini - Ninna Nanna

Αυτά τα παιδιά τάμα το έχουνε. Σε κάθε δίσκο θα υπάρχει μια τραγουδάρα και τα υπόλοιπα απλά θα ακούγονται. Δυστυχώς... Προφανώς αυτή είναι η μοίρα των δίσκων που περιέχουν ένα εμπνευσμένο κομμάτι.
Το συγκεκριμένο, χορεύεται υπό το φως των κεριών, πριν το σπέσιαλ δείπνο που έχετε ετοιμάσει δίπλα στο παράθυρο με θέα για το έτερον ήμισυ, και ακολουθείται από παθητικό φιλί και κρασί κόκκινο. Beaujolais κατά προτίμηση.

Ninna nanna

Ninna nanna marinare   Κοιμήσου ναύτη(κι η τύχη σου δουλεύει!)
'Ngopp a varca, miezo o mare
Lo te parl e nun respunn
Te si perze miez o suonn

Te vurria magna' de vas
Ma ho paura e te sceta'
Cosi' guarde da luntane
Co'stu core innammurat

Quann aggia' spetta
D'averti questa sera
Co' sta luna chiena?
Quann aggia' sogna'
Di dirti quanto t'amo
Co' stu' core 'man--ma tu--
Sogni qui nel blu...

Ninna nanna marinare
Tu si bell comme o' mare
A vote calm, senza creste
A vote tutta na' tempesta

Ma tu suonn d'ate cose
E chissa se t'arricuord
Che tra a luna e mieze e stelle
Lo t'aspette a braccia aperte

Quann aggia' spetta
D'averti questa sera
Co' sta luna chiena?
Quann aggia' sogna'
Di dirti quanto t'amo
Co' stu' core 'man--ma tu--
Sogni qui nel blu...

Ninna nanna nanna nanna
Ninna nanna nanna nanna...

Η μετάφραση για τους αγγλόφωνους:

Sleep, sleep sailor
On the boat, in the middle of the sea
I speak to you, but you don't answer
You are lost in your dreams

I want to devour you with kisses
But I am afraid to awaken you
So I gaze at you from afar
With this heart in love

How long must I wait
To have you this evening
With this full moon?
How long must I dream
Of telling you how much I love you
With my heart in my hand?
But you dream in the blue...

Sleep, sleep sailor
You are beautiful like the sea
Sometimes calm without crests
Sometimes just like a storm

But you are dreaming of other things
And who knows if you will remember
That between the moon and the stars
I am waiting for you with open arms

How long must I wait
To have you this evening
With this full moon?
How long must I dream
Of telling you how much I love you
With my heart in my hand?
But you dream in the blue...

Ninna nanna nanna nanna
Ninna nanna nanna nanna


Read more!